Με αφορμή «Τα Σκοτάδια μου»: Τζέημς Ελλρόυ, ο προβοκάτορας ως συγγραφέας

Νοέμβριος 9, 2015

ellroyhero3_1418558981_crop_550x310

«Είμαι ο μεγαλύτερος συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας που έχει υπάρξει, σωστά; Έχει υπάρξει κανένας άλλος μεγαλύτερος;»[i] ρωτά ο συνεντευξιαζόμενος το δημοσιογράφο, αντί άλλου διαπιστευτηρίου. Και δεν του κάνει ακριβώς πλάκα, ούτε είναι εξάλλου η πρώτη φορά που προκαταλαμβάνει με τον τρόπο αυτόν το συνομιλητή ή το ακροατήριό του, προκειμένου να τοποθετηθούνε τουλάχιστον στα βασικά. Η αβρότητα εδώ εντοπίζεται κυρίως στο ερωτηματικό, εξ ου και ο δημοσιογράφος ποσώς θα εκπλαγεί. Η αβρότητα, ως γνωστόν, δεν είναι από τα δυνατά σημεία του Ελλρόυ, αντιθέτως, η προκλητικά ωμή και προβοκατόρικη διάθεση αποτελούν το σήμα κατατεθέν των εμφανίσεών του. Και τα ζητήματα, φευ, με τον Ελλρόυ δε σταματούν εδώ. Το «λυσσασμένο σκυλί της Αμερικανικής λογοτεχνίας» είναι, αλίμονο, δεξιός, και πολύ συχνά εμφανίζεται σαν ένας ιδεοληπτικός αντιδραστικός που, πάνω από όλα, απολαμβάνει να δυναμιτίζει τη ναρκοθετημένη και καλογυαλισμένη επιφάνεια όχι τόσο της πολιτικής ορθοφροσύνης, όσο της πολιτικώς ορθής διατύπωσης: «Εγώ είμαι δεξιός. Ποτέ δε συμπάθησα τους χίππυς, την αντικουλτούρα, τους αριστεριστές»[ii]. Αυτά, βεβαίως, τη μια μέρα, γιατί την άλλη είναι σε θέση, κατά τι, να ρίξει νερό στο κρασί του: «Δεξιές τάσεις; Το κάνω αυτό για να μπερδεύω τον κόσμο. Νομίζω πως ο Μπους ήταν ένα βδέλυγμα και ο πιο καταστροφικός πρόεδρος της σύγχρονης ιστορίας μας. Ψήφισα τον Ομπάμα. Δεν είναι σαν τον Τζακ Κέννεντυ – έχουνε και οι δύο μεγάλα αφτιά και μολυσματικά χαμόγελα. Όμως ο Ομπάμα είναι τύπος πιο βαθύς. Ο Κέννεντυ ήταν ένας ορεξάτος τύπος. Γούσταρε μουνί, χάμπουργκερς και ξύδια. Ο Τζακ έκανε πολλά ναρκωτικά»[iii]. Μόλις πρόσφατα, δε, σε ερώτηση σχετικά με τη γνώμη του για τα περιστατικά αστυνομικής βίας εναντίον αφροαμερικανών, προκύπτει κάθετος: «Αυτά είναι μαλακίες. Υπερβολές των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Εγώ σας λέω ότι οι μπάτσοι δεν έκαναν τίποτα λάθος», ενώ κλείνει τη συνέντευξη με την ευχή ο Θεός να είναι μαζί μας[iv]… και πάει λέγοντας… Ένας μεγαλομανής φιγουρατζής, θα μπορούσε αντιστοίχως, ίσως, κάποιος να σκεφτεί, ενδεχομένως και νούμερο. Εκτός, βεβαίως, εάν η ανερμάτιστη αυτή προβοκατόρικη διάθεση ανακαλύπτει κι εμπεδώνει το έρμα της μπολιάζοντας με ωμή πραγματικότητα τη μεγάλη σκηνή, που είναι η αφήγηση. Εκτός, δηλαδή, εάν είναι όντως έτσι, αν ο τύπος είναι όντως ο μεγαλύτερος συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας (crime writer) ever…

Το προβοκατόρικο ρίζωμα και η αντιδραστική (και κατά βάθος απολιτική) παραφορά ενός παραβατικού εφήβου, αποτελούν την πλέον νευραλγική από τις ερεβώδεις διαδρομές που ο αναγνώστης καλείται να ακολουθήσει άπαξ και αποδεχτεί το ρίσκο της κατάβασης Στα Σκοτάδια του. Χαρακτηριστικότερη και ενδεικτική, σε σχέση με τα παραπάνω, είναι η ανταπόκριση του νεαρού Ελλρόυ (έτσι όπως ανυπόκριτα μας τη διηγείται 30 χρόνια μετά ο καταξιωμένος, αλλά πάντα λυσσασμένος συγγραφέας) σε μια από τις πιο τραυματικές στιγμές της νεώτερης αμερικανικής ιστορίας, στις φυλετικές ταραχές στο γκέτο του Γουοτς στο Λος Άντζελες, το 1965: «Το Λ.Α. καιγόταν. Ήθελα να σκοτώσω όλους τους ταραξίες και να μετατρέψω το Λ.Α. σε Καμένη Πόλη μόνος μου. Οι ταραχές με συνάρπαζαν. Επρόκειτο για εγκληματικές ενέργειες τεράστιας κλίμακας – για έγκλημα μεγαλειώδους πλοκής… Οι ταραχές καταλάγιασαν. Αναζωπυρώθηκαν όμως πάλι στο μυαλό μου και κυριάρχησαν επί βδομάδες στη σκέψη μου… Διέδιδα την εμπάθειά μου. Μοίραζα όμως την ηθική αμφιβολία δίκαια˙ δεν ανέλυα τα αίτια των ταραχών, ούτε προφήτευα τις επιπτώσεις τους. Η δημόσια θέση μου ήταν «γαμήστε τους νέγρους». Οι ταυτόχρονες όμως αφηγηματικές φαντασιώσεις μου εστίαζαν σε ένοχους λευκούς μπάτσους. Ποτέ δεν αναρωτήθηκα για την αντίφαση». Και το ανυπόκριτο και σκανδαλιστικό αυτό ήμουν-κι-εγώ-εκεί, καταλήγει: «Δεν ήξερα πως η αφήγηση ήταν η μοναδική αληθινή φωνή μου. Η αφήγηση ήταν η γλώσσα της ηθικής μου. Δεν το ήξερα αυτό το καλοκαίρι του 1965». Η ηθική της αφήγησης, εν προκειμένω, θα βάλει τα πράγματα στη θέση τους χρόνια μετά, στο πρώτο βιβλίο της Τριλογίας του Λόυντ Χόπκινς[v]: ο Λόυντ Χόπκινς όχι μόνο θα πάρει το βάπτισμα του πυρός σαν μέλος της Εθνοφρουράς κατά των εξεγερμένων του Γουοτς, αλλά και, παρεκκλίνοντας του ρόλου του, θα ανακαλύψει μέσα στο μακελειό και στα αποκαΐδια τους ανυπεράσπιστους θύλακες της αθωότητας που αναλαμβάνει εφεξής να υπερασπιστεί.

f3uxmcurfftg9odkvob02h1au_525x359x1

Μπορεί, βέβαια, ο Λόυντ Χόπκινς, ενοχικός περισσότερο παρά ένοχος, να σκέφτεται ακόμα με όρους χαμένης ή κατατρεγμένης αθωότητας, αλλά αυτό, κατά τα φαινόμενα, συμβαίνει επειδή ο συγγραφέας στην τριλογία απλώς ακονίζει ακόμα τα εργαλεία του. Όχι πως η τριλογία υπολείπεται σοβαρά, από άποψη δομής και αφηγηματικής θερμοκρασίας, από τις κατοπινές συνθέσεις, και σίγουρα είναι μια πρόσφορη είσοδος στο ζοφερό ελλροϊκό σύμπαν και στους δαιδαλώδεις, σακατεμένους και οριακούς ψυχισμούς των ελλροϊκών ηρώων. Ωστόσο, και ο Λόυντ Χόπκινς και το παθιασμένο του τάνγκο με το κακό φαντάζουν, εκ των υστέρων, σχηματικά, καθώς ο συγγραφέας του τον εγκαταλείπει οδεύοντας προς τις μεγάλες συνθέσεις. 

Τόσο στην Τετραλογία του Λος Άντζελες[vi] και, ακόμα περισσότερο, στην Τριλογία του Αμερικανικού Υπόκοσμου[vii], ο ζόφος σαν μεταστατική κακοήθεια έχει προσβάλλει άπαντα τα κύτταρα. Το έγκλημα δεν είναι εξαχρείωση αλλά ο νόμος, η βία δεν είναι παρεκτροπή αλλά ο τρόπος, ενώ η διαφθορά δεν είναι σύμπτωμα αλλά η σκιώδης κινητήρια δύναμη της ιστορίας: ο κυνισμός έχει εξορίσει όχι μόνο την αθωότητα, αλλά και τη νοσταλγία της αθωότητας. Ξεκινώντας από τη Μαύρη Ντάλια –βιβλίο κομβικό στην εργογραφία του Ελλρόυ- το τεχνικολόρ πέπλο της γενέτειρας πόλης αποσύρεται, αποκαλύπτοντας όλο και βαθύτερα, όλο και πιο αδιανόητα σκοτάδια. Το σκότος ηγείται, από το σκότος όλα εκκινούν και στο σκότος επιστρέφουν: το οργανωμένο έγκλημα και η διαφθορά της Αστυνομίας, οι πουλημένοι μπάτσοι και οι νοσηρή νομοτέλεια του εγκλήματος, όλα σ’ έναν ασφυκτικό εναγκαλισμό. Το Λος Άντζελες της δεκαετίας του ’50 της Τετραλογίας θα ακολουθήσει η σκαιή αποδόμηση των δραματικότερων στιγμών της αμερικανικής ιστορίας στην Τριλογία: από τον Κόλπο των Χοίρων και τη δολοφονία του JFK, εν συνεχεία, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Μπόμπυ Κέννεντυ μέχρι και το Γουωτεργκέητ ο Ελλρόυ ενορχηστρώνει μια φρενήρη και εφιαλτική εποποιία μιας αντι-ιστορίας ή του καμένου αρνητικού της Ιστορίας, έναν ξέφρενο χορό μαφιόζων, κυβερνητικών πρακτόρων, πληρωμένων δολοφόνων, απατεωνίσκων, πολιτικών, παρατρεχάμενων, καιροσκόπων και ιδεολογικών ταγών. Είναι το χρήμα και το αίμα που αποτελούν τους αφανείς δολοπλόκους της Ιστορίας. Είναι η βία που κρατά το τέμπο στο βηματισμό. Εξάλλου, σε σχέση με την αμερικανική Ιστορία, για τον Ελλρόυ, το ζήτημα είναι λυμένο από χέρι: «Η ίδια η Αμερική είναι μια οντότητα που πάτησε πάνω στο βάθρο του ρατσισμού, της δουλείας, της αρπαγής της γης και των σφαγών των αυτοχθόνων»[viii]. Η βία και ο ρατσισμός ως παρακαταθήκη της Άγριας Δύσης, και η Άγρια Δύση ως μια αντεστραμμένη «ειδυλλιακή σκηνή της ουτοπίας» στοιχειώνει πάντα την κατά Ελλρόυ αμερικανική πραγματικότητα, συνιστώντας αδιαλείπτως την ιστορία κάτω από την Ιστορία.

John_F__Kennedy_motorcade,_Dallas_crop

Και είναι αυτονόητο πως η ιστοριογραφική αυτή αποκοτιά του αντιδραστικού λυσσασμένου συγγραφέα, που υπαινίσσεται, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι ο ρατσισμός και η βία αποτελούν πιο επιδραστικές εγγραφές στο σώμα της εθνικής κληρονομιάς από ότι οι διακηρύξεις του Τόμας Πέιν για παράδειγμα ή της Χάρτας των Δικαιωμάτων, θορυβούν το προοδευτικό αίσθημα, το οποίο δεν έχει παρά να αποσβολώνεται θιγμένο (περισσότερο το αμερικανικό, εν προκειμένω, καθώς για την υπόλοιπη υφήλιο κάποιες από τις υπόγειες συζεύξεις που δομεί ο Ελλρόυ δεν υπάγονται αναγκαστικά στη σφαίρα της συνομωσιολογίας). Ωστόσο, όσο το προβοκατόρικο ρίζωμα θα στήνει κι επιμέρους τρικλοποδιές στο προοδευτικό αίσθημα, αποδίδοντας, φερ’ ειπείν, ρατσιστική ρητορική σε χαρακτήρες, που η αφηγηματική λύσσα είναι αποφασισμένη να καταστήσει συμπαθείς, τόσο η ενόχληση θα εντείνεται. Από την άλλη, όσο κι αν ο συγγραφέας επιμένει να βγάζει τη γλώσσα του στα αριστερά, είναι και αυτός που ξεσκεπάζει το ρυπαρό και αντιδραστικό παρασκήνιο πίσω από το Κυνήγι Μαγισσών στο Χόλλυγουντ της δεκαετίας του ’50, ενώ στην Τριλογία, όπου η λέξη «κομμούνια» ενοχλητικά πάει κι έρχεται, δύσκολα θα βρούμε να προφέρεται από κάποιον που δεν είναι είτε ακροδεξιός φανατικός, είτε αποχαλινωμένος κερδοσκόπος. Και ακόμα, ναι, το λεξιλόγιο των λευκών μπάτσων βρίθει ρατσιστικών κοινοτοπιών, σε μικρότερο σαφώς βαθμό στους χαρακτήρες που ο συγγραφέας είναι αποφασισμένος να καταστήσει συμπαθείς, ωστόσο το γεγονός παραμένει. Όσο κι αν ο Λόυντ Χόπκινς μετά τις ταραχές στο Γουοτς θα ξεσπάσει στον τρελαμένο αδελφό του λέγοντας «Έτσι και σε ξανακούσω ποτέ να λες μπροστά μου «αράπηδες», «κομούνια», «Οβριοί» κι άλλα τέτοια σκατά, θα σε σκοτώσω», όσο κι αν ο Ουέην Τέντροου Τζούνιορ, ο πιο καταραμένος όλων, θα προσφερθεί τελικά θυσία στην «Κόκκινη Θεά» της Επανάστασης, το γεγονός παραμένει. Ναι, μοιάζει να λέει ο Ελλρόυ, οι περισσότεροι λευκοί μπάτσοι δε διαθέτουν καταστασιακό παρελθόν, ούτε τη συλλογή της Blue Note στα ράφια τους – ίσως αυτά να είναι συνθήκες ή αποκυήματα μεσογειακής ή λατινοαμερικάνικης πραγματικότητας ή φαντασίας ή ίσως να χαϊδεύουν καλύτερα τα αφτιά, πάντως στην επικράτεια της ωμής πραγματικότητας, το γεγονός αυτό παραμένει. 

rfk takes 50

Έτσι κι αλλιώς, στην αφηγηματική απογείωση που, ομολογουμένως, συντελείται στις μνημειώδεις αυτές συνθέσεις, το ζήτημα περί καταμερισμού της «ηθικής αμφιβολίας» αναδεικνύεται σε πεδίο λαμπρό της ελλροϊκής δεξιοτεχνίας, με όλη την πολυπλοκότητα που μια ορισμένη και συνειδητή (η μόνη, για την ακρίβεια, μη προβοκατόρικη) ηθική της αφήγησης επιτάσσει: με την εξαίρεση του απόλυτα κακού, που στην Τετραλογία αντιπροσωπεύει ο Ντάντλευ Σμιθ, ενώ στην Τριλογία ο Έντγκαρ Τζ. Χούβερ (από την πλευρά του Νόμου αμφότεροι), οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους, οι πιο ενδιαφέροντες από τους υπόλοιπους, κατοικούν στην ενδιάμεση ζώνη του γκρι, με σαφή προτίμηση στις σκουρότερες αποχρώσεις. Οι «ένοχοι λευκοί μπάτσοι» του Ελλρόυ, δέσμιοι, πάντα, όχι μόνο της σκληροτράχηλης πραγματικότητας που τους πλαισιώνει, αλλά και της δικής τους προσωπικής ιστορίας, ακροβατούν και αυτοσχεδιάζουν στη μεγάλη γκάμα των γκρι αποχρώσεων, καταχρώμενοι συχνά και το αιματοβαμμένο κατάμαυρο. Από τον ιδεοληπτικό Μπάκυ Μπλάιχερτ της Ντάλιας μέχρι τον ακόμα πιο ιδεοληπτικό, πρεζόνι και ματάκια Κρατς ή τον πατροκτόνο, εκτελεστή, αλχημιστή της πρέζας και τελικά μάρτυρα Ουέην Τέντρoου Τζούνιορ του Blood ‘s a Rover, ο Ελλρόυ συνθέτοντας και εντείνοντας τρομακτικές εσωτερικές αντιφάσεις, αποδίδοντας αριστοτεχνικά κατασπαραγμένους ψυχισμούς, και οδηγώντας τους μέσα από τεθλασμένες και βασανιστικές διαδρομές από την επικράτεια του κυνισμού στην απεγνωσμένη εξιλέωση, ανασυντάσσει και εκτοξεύει τον ήρωα του hard-boiled σε σφαίρες υποδειγματικής μυθιστορηματικής πληρότητας και πολυπλοκότητας, ενίοτε και τραγικής έντασης.

Επιπλέον, όταν η ανάγκη για εξιλέωση, ή οι χειρονομίες συμπόνιας ή ελέους κάνουν την υπαινικτική τους εμφάνιση μέσα στο άβατο αυτό της ωμότητας, μέσα στη ζώνη των σκουρόχρωμων, εξπρεσιονιστικής έντασης αποχρώσεων, όπου και διεξάγεται η βάσανος των ηρώων και όπου κανένα φως δεν προσφέρεται από πουθενά ούτε καν ως αντανάκλαση, έχουν την τάση να επιβάλλονται ακαριαία και κατηγορηματικά, αποκτώντας την πειστική, καίτοι βραχύβια, οξύτητα, αλλά και φαντασμαγορία αστραπής. Από τη δε βάσανο αυτή που ο συγγραφέας επιφυλάσσει στους άρρενες ήρωές του χάρη λαμβάνουν μόνο οι γυναικείοι του χαρακτήρες. Διαβάζοντας, εν προκειμένω, Τα Σκοτάδια μου γινόμαστε κοινωνοί ενός τραύματος, και κατανοούμε απόλυτα γιατί στον Ελλρόυ οι γυναίκες δεν έχουν παρά να είναι καταρχήν θύματα. Βουβά, τραγικά, μυστηριώδη θύματα και χαίνουσες μαύρες τρύπες στη συνείδηση. Εν αρχή είναι βεβαίως η Τζην Ελλρόυ, η δολοφονημένη μητέρα, στης οποίας το μυστήριο και τη βουβή πολύχρονη απουσία ο γιός εναποθέτει το σκοτεινό σύμπαν της γραφής του. Όμως είναι ακόμα κι ένας μεγάλος, πολύ μεγάλος αριθμός γυναικών άλλων: στο κεφάλαιο όπου ο Ελλρόυ μας συστήνει τον Μπιλ Στόουνερ, έναν ακέραιο λευκό μπάτσο, Ντετέκτιβ του Εγκληματολογικού, συνοδοιπόρο και καθοδηγητή του στην αναζήτηση για το δολοφόνο της Τζην, αποτίει φόρο τιμής και στην ίδια την καριέρα ενός ακέραιου λευκού μπάτσου, αλλά και στη σωρεία αρχειοθετημένων, λυμένων ή άλυτων, υποθέσεων δολοφονημένων γυναικών. Κατανοούμε απόλυτα γιατί οι γυναίκες αυτές τον αφορούν προσωπικά, και κατανοούμε απόλυτα γιατί μας επιβάλλει την ανάγνωση των περιπτώσεων υποβάλλοντάς μας την προσοχή που απαιτείται μπροστά σε μια στήλη πεσόντων. Στις δε περιπτώσεις που οι γυναίκες δεν είναι μόνο θύματα, είναι οι μόνες που προκύπτουν ηθικά και ψυχικά ισχυρές: από την Λυνν Μπρέηκεν στο Λος Άντζελες Εμπιστευτικό (θύμα και σωτήρας ταυτόχρονα), μέχρι τις «Κόκκινες» Κάρεν Σιφάκις και Τζόαν Κλάιν του Blood ‘s a Rover (συγκλονιστικά στοιχεία της φύσης από μόνες τους), οι γυναίκες του Ελλρόυ, διατηρώντας αδιάφθορο το μυστήριο και τη noir τους εγγραφή, όχι μόνο δε στερούνται σε πολυπλοκότητα, αλλά αναλαμβάνουν και ρόλους οδοδεικτών στους δρόμους προς την εξιλέωση. Είναι, βεβαίως, εξιλέωση και όχι δικαιοσύνη. Η τελευταία, δυστυχώς, συνεχώς αναβάλλεται. Όμως σε ότι αφορά τον αναγνώστη, δικαιοσύνη πραγματώνεται από την άποψη του καταμερισμού της ηθικής αμφιβολίας, γεγονός που επιβεβαιώνει πως όπου η αφήγηση επιβάλλει την ηθική της, όσο αμείλικτη κι αν προτίθεται να γίνει, η προοδευτική συνείδηση μπορεί να ησυχάζει, απολαμβάνοντας ένα συναρπαστικό γράψιμο. 

basinger

Η μικρή κοφτή και ελλειπτική πρόταση, η άτεγκτη και επιθετικά ωμή διατύπωση, ο ασθματικός ρυθμός, με άλλα λόγια το περίφημο «τηλεγραφικό στυλ» – σήμα κατατεθέν της ελλροϊκής πρόζας, απαιτούν, έτσι κι αλλιώς, οξυμένη αναγνωστική εγρήγορση. Πολλώ μάλλον που μιλάμε για μπαρόκ αρχιτεκτονήματα περισσότερο ως προς τη σύνθεσή τους, παρά για ιστορίες. Η ιλιγγιώδης συνθετική ικανότητα του Ελλρόυ, η πληθώρα των δεδομένων, των χαρακτήρων και των τροχιών που διασταυρώνονται, συγκλίνουν ή αποκλίνουν, συμπορεύονται ή συγκρούονται μέσα στο εκάστοτε δαιδαλώδες πλέγμα, η εμβόλιμη παράθεση δημοσιογραφικού ρεπορτάζ, αστυνομικών αναφορών, απόρρητων εγγράφων και ημερολογιακών σελίδων· και επιπλέον, η αφήγηση που μιλά τις εμμονές των χαρακτήρων και βυθίζεται στο βλέμμα τους, που λερώνεται από το νόμο και την αργκό της πιάτσας – αποτελούν όλα συστατικά μιας πρόζας σε παροξυσμό, μιας καταιγιστικής πρόζας άγριας ομορφιάς. Μια ορισμένη αναδίπλωση αυτής ακριβώς της αφήγησης, που (λιγότερο ανελέητη καίτοι περισσότερο αποστασιοποιημένη, λιγότερο ατμοσφαιρική και, παραπειστικά, έως και διεκπεραιωτική στις προθέσεις της) αναλαμβάνει την αργή κάθοδο στα Σκοτάδια, είναι η πρώτη διαπίστωση του αναγνώστη που τυγχάνει εθισμένος και επιρρεπής στην ελλροϊκή πρόζα. Όχι πως απουσιάζει το ανελέητο βλέμμα, αυτό που θα ξεσκεπάσει κάθε σκοτεινή κρυψώνα του χώρου. Όμως είναι τα γεγονότα εδώ που επιβάλλονται, και αυτή η πρόζα, με τη σιγουριά προφανώς ότι δεν έχει να αποδείξει και πολλά, δείχνει να υποτάσσεται μπροστά σε αυτά.

untitled

Η Τζην Χίλλικερ Ελλρόυ βρέθηκε δολοφονημένη σε υποβαθμισμένο προάστιο του Λος Άντζελες, το 1958, στα σαράντα τρία της χρόνια. Το παιδί στη φωτογραφία του εξωφύλλου είναι ο δεκάχρονος γιός, που επιστρέφοντας σπίτι μετά από ένα Σαββατοκύριακο με τον πατέρα του, έχει μόλις πληροφορηθεί το γεγονός και αφήνει τους αστυνομικούς να το φωτογραφίσουν. Για το παιδί με το αμυδρά έκπληκτο και ανεξιχνίαστο βλέμμα πρόκειται για την αρχή μιας ανελέητης, μοναχικής και κατοικημένης με φαντάσματα και εμμονές ενηλικίωσης. Μόνο μετά από τριάντα πέντε χρόνια, μόνο αφού η διέλευση από τα Σκοτάδια έχει γίνει οριστικά παρελθόν, και κυρίως μόνο αφού η διέλευση αυτή έχει αποδώσει καρπούς, μεταλλασσόμενη σε δημιουργία και σε στιβαρή συγγραφική υπόσταση, μόνο τότε αποφασίζει ο γιός να ξανασυναντηθεί με την ιστορία. Δεν πρόκειται για ένα καλά κρυμμένο μυστικό του Ελλρόυ, πρόκειται, αντιθέτως, για μια ιστορία που έχει συνοδέψει και σιγοντάρει τη συγγραφική του φήμη, εμπλουτίζοντας με εξπρεσιονιστικές φαντεζί πινελιές την εικόνα και το μύθο του. Από την έκδοση της Μαύρης Ντάλιας και μετά, το κοινό του ξέρει πως το ενδιαφέρον του για τη περιβόητη και ανεξιχνίαστη δολοφονία της Μπέττυ Σορτ-Ντάλιας είναι η διαχειρίσιμη όψη της ιδεοληψίας του για την ανεξιχνίαστη δολοφονία της δικής του μητέρας. Στα Σκοτάδια, εξάλλου, δε διστάζει να το παραδεχτεί: «Διηγήθηκα την ιστορία της Τζην Ελλρόυ – Ντάλιας εκατό φορές. Την έκλεισα σε τίτλους και την εκλαΐκευσα για να γίνει προσιτή. Το έκανα με ακρίβεια και αμεροληψία. Παρουσίασα τον εαυτό μου σαν ένα άντρα διαμορφωμένο από δύο δολοφονημένες γυναίκες και σαν κάποιον που ζει τώρα υπεράνω τέτοιων θεμάτων. Οι εμφανίσεις μου στα μήντια ήταν επιβλητικές με πρώτη ματιά και παραπειστικές αν τις ξανασκεφτόσουν. Εκμεταλλεύονταν τη βεβήλωση της μητέρας μου και μου επέτρεπαν να κομματιάσω τη μνήμη της σε διαχειρίσιμες δόσεις». Πρόκειται, όμως, για τη συνάντηση του πληρώματος του χρόνου με το πλήρωμα της γραφής.

ELLROY-SKOTADIA

Σκοτάδια είναι μια εξιστόρηση που χτίζει τα δεδομένα της αργά με χειρουργική ακρίβεια και κλινική αποστασιοποίηση. Τα δεδομένα δεν εξαντλούνται σε αυτά μιας ακόμα αστυνομικής έρευνας, μιας του τότε και μιας του «τώρα». Τα κυρίως δεδομένα είναι αυτά που παρεμβάλλονται, καθώς και αυτά που ακολουθούν. Υπάρχει, βεβαίως, μια δολοφονημένη γυναίκα, η Τζην, αλλιώς Κοκκινομάλλα – σπανίως μητέρα και μόνο όσο προχωράει η αφήγηση. Υπάρχει, όμως κυρίως, το χρονικό μιας δύσκολης, χαοτικής, αυτοκαταστροφικής κι εμμονικά παραβατικής ενηλικίωσης, η ανταπόκριση μιας εξτρεμιστικής φύσης στην απώλεια, η απώλεια ως ψυχικό άβατο και η ιδεοληψία ως αντίδοτο στην εκκωφαντική απουσία, αντίδοτο στην πραγματικότητα και αντίδοτο στο τραύμα. Υπάρχει το προβοκατόρικο ρίζωμα, μια σαθρή, απεγνωσμένη και αμήχανη υπαρξιακή αντεπίθεση. Υπάρχει η εγγραφή ενός εγκλήματος στην ψυχή και στη συνείδηση, και υπάρχει μια ματιά που εισδύει στην εγγραφή, εγγράφοντάς την περαιτέρω στην ανάγνωση του κόσμου γύρω της. Γιατί υπάρχει πάνω από όλα η γέννηση ενός συγγραφέα, ως μια ακόμα υπαρξιακή αντεπίθεση, καταφατική αυτή τη φορά.

Υπάρχει, με άλλα λόγια, μια πορεία, που μόνο ως πρόφαση χρησιμοποιεί το «κυνήγι» ενός ακόμα δολοφόνου, αφού κατά βάση προχωράει, γεγονός τη φράση-φράση το γεγονός, από την απομάκρυνση και την απουσία προς την κατεύθυνση μιας οφειλόμενης εσωτερικής συνάντησης: δια μέσου της απαιτούμενης με τον εαυτό, τελικά με τη μητέρα. Η συνέργεια γεγονότων και καταγραφής τους είναι καίριας σημασίας εδώ, γιατί η πραγματική συνάντηση θα λάβει χώρα μόνο εντός της καταγραφής αυτής. Το νυστέρι της αφήγησης παραμένει σε όλη τη διάρκεια κλινικά αποστειρωμένο, κάτι που δείχνει να επιβάλλεται όχι μόνο ως μεθοδολογική, αλλά και ως ηθική επιλογή, καθώς εδώ το κυρίαρχο γεγονός είναι ο συγγραφέας ο ίδιος. Ο οποίος, όχι μόνο καταλήγει έτσι να καταδείξει την πορεία από το τραύμα στη γραφή (μια γραφή), ούτε να συντάξει απλώς τη διαμόρφωση της προβληματικής και της ματιάς του, αλλά κυρίως να τεκμηριώσει πειστικά την υπεροχή της ηθικής της αφήγησης απέναντι στο τραύμα.

Δημοσιεύτηκε στην bookpress στις 31/10/2015

[i] Συνέντευξη στο Paris Review, The Art of Fiction, No 201 (on line)

[ii] «Μαντ Ντογκ Ελλρόυ», Ο πρίγκιπας του Λος Άντζελες, του Jean-Pierre Deloux, από το φυλλάδιο της Άγρας για τον Τζέημς Ελλρόυ.

[iii] Συνέντευξη στο Rolling Stone, James Ellroy’ s American Apocalypse (on line)

[iv] Συνέντευξη στο Βήμα και στο Γρηγόρη Μπέκο, 13/09/2015 (on line)

[v][v] Αίμα στο Φεγγάρι, James Ellroy, ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2005, μετ: Γωγώ Αρβανίτη.

[vi] Μαύρη Ντάλια, Το Μεγάλο Πουθενά, Λος Άντζελες Εμπιστευτικό, Λευκή Τζαζ, όλα από την ΑΓΡΑ, μετ: Ανδρέας Αποστολίδης.

[vii] Αμερικανικό Ταμπλόιντ, Αμερικανικό Ταξίδι Θανάτου, Το Αίμα δεν Σταματάει Ποτέ, όλα από την ΑΓΡΑ, μετ: Ανδρέας Αποστολίδης

[viii] Συνέντευξη στη Weekly Standard, Ellroy’ s Vision (on line)

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: