b187389Τσβετάν Τοντορόφ

Μτφρ: Χρύσα Βαγενά,

Εισαγωγή: Νάσος Βαγενάς

ΠΟΛΙΣ, 2013

Ήμουν και είμαι ο «Ρομαντικός» που προσπαθεί να στοχαστεί το ξεπέρασμα του ρομαντισμού μέσα από την ανάλυση συγγραφέων με τους οποίους έχω διαδοχικά ταυτιστεί, έγραφε ο Τσβετάν Τοντορόφ στην Κριτική της Κριτικής, συνοψίζοντας μιαν ανήσυχη πνευματική πορεία και αφηγούμενος το χρονικό μιας προαναγγελθείσας ρήξης. Είναι ήδη από το 1984 και την Κριτική της Κριτικής (ΠΟΛΙΣ, 1994) που αυτός ο εκ των εισηγητών των φορμαλιστικών μεθόδων ανάλυσης του κειμένου και ένας από τους πρωτεργάτες της στρουκτουραλιστικής στροφής των λογοτεχνικών σπουδών στη Γαλλία, αυτός ο μαθητής του Ρολάν Μπαρτ, διαπιστώνει και ομολογεί πως έχοντας επικεντρώσει η κριτική, από τη δεκαετία του ’60 και μετά, στις αφηγηματικές τεχνικές και στους γλωσσικούς τρόπους, άρα στη  λεκτική ύλη των κειμένων, και άρα κυρίως στη μελέτη της λογοτεχνικότητας, των όσων, δηλαδή, καθιστούν ένα συγκεκριμένο έργο λογοτεχνικό, έχει παραμελήσει να επικεντρώσει στο έργο καθεαυτό. Είναι στην Κριτική της Κριτικής που διατυπώνει ευθέως την ανάγκη της επιστροφής στα αυτονόητα: πως δηλαδή η λογοτεχνία έχει να κάνει με την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι ένας λόγος –και τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς που φοβούνται τα μεγάλα λόγια- προσανατολισμένος προς την αλήθεια και την ηθική, και το έργο δεν είναι μόνο ένα κλειστό και αυτάρκες σύστημα, ένα γλωσσικό αντικείμενο που μιλά μια γλώσσα αυτοτελή και αμετάβατη, και που όταν δεν υπονομεύει το ίδιο του το νόημα, απλώς το καθιστά εσαεί διαφεύγον ή διαρκώς αναβαλλόμενο. Το έργο οφείλει να διεκδικήσει ξανά το  νόημά του, και ο ορίζοντας της αλήθειας (της αλήθειας της αποκάλυψης και όχι εκείνη της αντιστοιχίας) οφείλει να τοποθετηθεί πάλι στο κέντρο της κριτικής και της ανάλυσης. Ακολούθως η κριτική οφείλει να πάψει να νίπτει τας χείρας της σε σχέση με το νόημα, και να μεταβεί από την κατηγορία της μεταγλώσσας σε αυτό που ο Τοντορόφ προτείνει και ορίζει ως διαλογική κριτική, και, επί του πρακτέου, ως μια συνδιαλλαγή του κριτικού αφενός με τα εργαλεία της Θεωρίας, αφετέρου με τη δική του φωνή, μια φωνή που βρίσκει την πηγή της μέσα σε μια ηθική ευθύνη (που έχει ο κριτικός) αποδεχτεί. Μακράν του να συνηγορεί υπέρ ενός ηθικολογικού ή άλλου δογματισμού, αυτό που ο Τοντορόφ αναζητά είναι η υπέρβαση των συνόρων που υψώνει η ρομαντική αισθητική και ιδεολογία στον ανοιχτό χώρο. Έναν χώρο που δεν έχει παρά να ορίζεται από την αρχή της κοινής αναζήτησης της αλήθειας και τις ουμανιστικές αξίες ως πεδίο δυνατής συνεννόησης – και πιθανώς να είναι τα διδάγματα της εμπειρίας του εκπατρισμού (καθώς επισημαίνει και ο ίδιος) που καθιστούν δυνατή τη χειρονομία αυτή της διασυνοριακής επικοινωνίας. Γεγονός είναι πως αυτός ο «Ρομαντικός» προσπαθεί να στοχαστεί το ξεπέρασμα του ρομαντισμού κυρίως επειδή δε διανοείται και δε συζητά το ξεπέρασμα των ουμανιστικών συντεταγμένων ούτε για αστείο (ούτε καν χάριν γούστου – και από την άποψη αυτή συνεπής και η τελική, εκ των πραγμάτων, μετακίνηση του τόνου στο όνομά του, καθώς προκύπτει κατά βάθος πιο Γάλλος από Γάλλος).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

b184772

Οι εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα στις αρχές του 21ου αιώνα

Χριστίνα Μπάνου

ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ

«Οι αλλαγές στο μέσο διάδοσης της γνώσης σηματοδοτούσαν πάντοτε βαθύτερες μεταβολές στον τρόπο αντίληψης του κόσμου, στο βαθμό συμμετοχής στο κοινωνικό γίγνεσθαι και κυρίως στον αυτοπροσδιορισμό μας». Τους τελευταίους πέντε αιώνες, από την επανάσταση του Γουτεμβέργιου και μετά, η αδιαμφισβήτητη αλήθεια αυτής τη διαπίστωσης επαναεπιβεβαιώνεται, διατρέχοντας και ορίζοντας την ιστορία και του πνεύματος, άρα και των κοσμοαντιλήψεων και των πολιτισμικών και κοινωνικών διεργασιών. Η εποχή μας εξάλλου, κατά συνέπεια, κι εμείς είμαστε προνομιούχοι παρατηρητές, εξερευνητές και μάρτυρες της αλήθειας αυτής, καθώς είμαστε οι πρώτοι που εισήλθαν, με χαρά και με το δεξί, στη μεγάλη και υπέροχη αυτή Κοινωνία της Πληροφορίας. Το ότι συντελείται μπροστά στα μάτια μας, στα μυαλά και στα κορμιά μας μια τερατώδης αλλαγή, δεν είναι κάτι που δεν ξέραμε, είναι όμως κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε, ιδιαίτερα όσοι από εμάς εισήλθαμε ενήλικοι (αν και όχι λιγότερο ενθουσιώδεις) στη Νέα αυτή Γη της Επαγγελίας, και άρα προλάβαμε να ανατραφούμε μόνο με λέξεις από μελάνι, και μόνο με την ανάγνωση σαν αργή καταβύθιση, διεργασία και εμπειρία. Είναι οπωσδήποτε το πλαίσιο, ένα πλαίσιο που δεν πρέπει να ξεχνάμε, όχι για να ολισθαίνουμε σε μελαγχολικές ή ρομαντικές αναπολήσεις, αλλά για να θυμόμαστε πάντα για τι ακριβώς μιλάμε. Εκτός από τις νέες τεχνολογίες της πληροφόρησης, τις μέχρι τούδε βεβαιότητες του έντυπου βιβλίου έρχονται να κλονίσουν η παγκοσμιοποίηση, η οικονομική ύφεση, αλλά και οι βαθιές αλλαγές στις μεγάλες εκδοτικές βιομηχανίες και αγορές. Έτσι, λοιπόν, και δεδομένης της παραδοχής πως το βιβλίο ήταν και παραμένει ένα «προνομιακό μέσο» αποθησαύρισης και διάδοσης της γνώσης και, εννοείται, θεματοφύλακας του πνεύματος και της αυτοσυνειδησίας μας, βιώνουμε μια πολύ κρίσιμη στιγμή μέσα σε αυτή τη διαδοχή των επαναστάσεων στη μετά τον Γουτεμβέργιο εποχή, μια «παρατεταμένη στιγμή», μια στιγμή κατά την οποία «το μέλλον δεν είναι αυτό που συνήθιζε να είναι».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »