ΑΘΩΟΙ ΚΑΙ ΦΤΑΙΧΤΕΣ

Σεπτεμβρίου 25, 2010


ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ

ΚΕΔΡΟΣ 2004

ΠΑΤΑΚΗΣ 2010


Στην αρχή είναι η πόλη. Τα Χανιά σαν τόπος συλλογικής μνήμης, ιστορίας και ζωντανού παρόντος κι εκ προοιμίου σαν πρόθεση: αυτό είναι το βιβλίο για την πόλη-γενέτειρα.

Στην πόλη που η οικογένειά του εγκατέλειψε το 1916,  «επιστρέφει» Γενάρη του 2002 ο Αρίφ Καούρ, μεσήλικας, απόγονος Κρητών μουσουλμάνων, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Ιστανμπούλ, κάτοικος Λονδίνου. Ο εντοπισμός για λογαριασμό του BBC των σωζόμενων μουσουλμανικών μνημείων στην Κρήτη, είναι η πρόφαση που θα επικαλείται για την παρουσία του εκεί, από την αρχή πάντως σίγουρος ότι ο λόγος που οδηγεί τα βήματά του και οργανώνει το βλέμμα του, είναι άλλος. Με συνοδοιπόρο το ημερολόγιο του παππού του, συμπληρωμένο και σχολιασμένο από τον πατέρα του, που μιλά για μια πόλη που παρέμεινε μέχρι τέλους πατρίδα, σε μια γλώσσα που πέρασε μέχρι και στον ίδιο σαν μητρική, έρχεται να ανακαλύψει πόσο προσωπική ή ζωτική μπορεί να αποδειχτεί μια τέτοια «επιστροφή». Έτσι η περιπλάνησή του στα Χανιά του σήμερα, θα συνοδεύεται από ένα βλέμμα που αντικρίζει την πόλη σαν παλίμψηστο, που ψάχνει να διακρίνει τα μη σωζόμενα πίσω από τα σωζόμενα.

Αυτή την κίνηση του βλέμματός του παρακολουθεί και η καταγραφή που επιχειρεί τα βράδια στον υπολογιστή του: πάνω από το ημερολόγιο του παππού του, πάνω από τις σημειώσεις του πατέρα του, πάνω από όλες τις ιστορίες και τα ονόματα που άκουγε μεγαλώνοντας, επιθέτει τη δική του διαδρομή, σαν μια ερώτηση ανοιχτή που μέσω της εξοικείωσης με το χώρο και το χρόνο, θέλει να προτάξει και τα δικά της ζητούμενα.  Η καταγραφή του συνεχώς αλλάζοντας θέσεις στο χρόνο, συνεχώς  ανακαλώντας και αναπλάθοντας εικόνες και μικρές ή μεγάλες ιστορίες του παρελθόντος (της τελευταίας περιόδου της οθωμανικής κυριαρχίας στην Κρήτη και κυρίως της περιόδου από τη Σύμβαση της Χαλέπας έως και τη Συνθήκη της Λωζάνης), διατηρεί παντού την ενεργητική και ανήσυχη ματιά της. Δεν αναπολεί ένα παρελθόν χαμένο, όσο κι αν αποπειράται να το ανασυνθέσει. Δεν νοσταλγεί και ούτε καταφεύγει. Προσφεύγει απλώς, γνωρίζοντας ότι το οφείλει, προκειμένου να βρει στο παρόν τα δικά της πατήματα. Από την αρχή ο κοσμοπολίτης και προοδευτικός Αρίφ υποψιάζεται πως αυτό που έχει να αναζητήσει δεν είναι το παρελθόν, αλλά το παρόν και πολύ περισσότερο το μέλλον και πως ο τρόπος είναι η προσφυγή στα περασμένα και η κατανόησή τους αφού όσο πιο σεβαστικά πατούμε το πολυβασανισμένο χώμα, τόσο πιο στέρεα θεμελιώνουμε τη ζωή μας στο σήμερα . Έτσι η καταγραφή του δεν αφηγείται απλώς, αλλά γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της διαδρομής και της αναζήτησής του, επαναφέροντας συνεχώς τις ερωτήσεις για το είδος του βλέμματος που το παρόν χρειάζεται να απευθύνει στο παρελθόν, για την αναγκαιότητα της όποιας κατανόησης, και μέσω αυτών και τελικά, για τη δική της στόχευση. Κι έτσι υποκείμενη στην αναζήτησή του, μόνο προχωρώντας θα ανακαλύψει και τον πραγματικό της αποδέκτη: ενώ ο Αρίφ την ξεκινά απευθυνόμενος στη σύντροφό του στο Λονδίνο, ανακαλύπτει ότι από την αρχή και με βεβαιότητα την έχει απευθύνει στο δικό του γιο, ως άκρως ζωτική.

Τόσο ο τρόπος της καταγραφής του, όσο και η ίδια η επιλογή της οπτικής γωνίας του Αρίφ, θέτουν με σαφήνεια τους όρους που η Δούκα επιλέγει να συνομιλήσει με το παρελθόν και την ιστορία. Μετά από αυτή την ιστορία που γράφουν πάντα αργότερα οι μεν και οι δε, μετρώντας ο καθένας τα βήματά του με την ίδια μισαλλοδοξία, οφείλουν να επαναδιατυπώνονται οι ερωτήσεις. Και η οπτική γωνία του ξένου και όχι του δικού, πολύ περισσότερο αυτού που στη συλλογική συνείδηση καταλαμβάνει μόνιμα τη θέση του εισβολέα και του εχθρού, προκύπτει δραστικότερη, ειδικά που προορίζεται να διανύσει την διακεκαυμένη ζώνη αθώων και φταιχτών και να εισέλθει έτσι στην πόλη του παρόντος και στα σύγχρονα συμφραζόμενα.

Γιατί αφού βρει τα βήματά του στην πόλη των προγόνων του ο Αρίφ, θα εισέλθει και στην πόλη του παρόντος, όπου εξ’ άλλου υπάρχουν ακόμα ανοιχτοί λογαριασμοί, για τους οποίους έχουμε προϊδεαστεί αρκετά πριν αυτός αποφασίσει να τους ανοίξει. Από το τρίτο κεφάλαιο και μετά οι καταγραφές του Αρίφ εναλλάσσονται, διασταυρώνονται και αλληλοσυμπληρώνονται με τα κεφάλαια που αφορούν στα Χανιά του σήμερα και στο πραγματικό ξετύλιγμα της πλοκής. Αιχμές του δόρατος εδώ η Ελεονόρα και ο Πανάρης, γόνοι επιφανούς χανιώτικης οικογένειας και όπως δε θ’ αργήσει να φανεί, ανίψια του Αρίφ, αν και σχεδόν συνομήλικοι. Η παιδίατρος Ελεονόρα, η θεά για τον αντρικό πληθυσμό της γενιάς της, διέρχεται κρίση τόσο με τον άντρα της, όσο και με την κόρη της, την έφηβη Βιργινία, ενώ όλο και πιο έντονα διακατέχεται κι από ένα αδιευκρίνιστο σκοτεινό προαίσθημα που σταδιακά αναγνωρίζει σαν οικογενειακό κατάλοιπο: η ύπαρξη ενός οικογενειακού μυστικού που θα προκαλέσει και θα επιβάλλει τη συνάντηση με τον Αρίφ, ήδη διαφαίνεται. Ο αδελφός της Πανάρης, ήρωας με καθόλου τυχαία καταγωγή από την Αρχαία Σκουριά, χαρισματικός αλλά εγκλωβισμένος στην επίμονη επαναδιαπραγμάτευση του οικογενειακού του σεναρίου και βεβαρημένος με σειρά ακυρωμένων αντιστάσεων και ατελέσφορων ξεκινημάτων. Επί του παρόντος συγγραφέας ενός σεναρίου που επίσης δε φαίνεται να ολοκληρώνεται, αλλά που η συμβολή του στην ανάδειξη του ιστορικού παλίμψηστου της πόλης είναι διακριτή: πρόκειται για την ερωτική ιστορία του Πέτρου Καντανολέου και της Σοφίας Ντα Μολίν, οπότε και δίνεται η ευκαιρία να παρεμβληθούν επεισόδια από την εποχή της ενετοκρατίας στην Κρήτη, και ακόμα περισσότερο να τεθούν μέσω του Πανάρη ζητήματα για την αναπαραγωγή ή αναπαράσταση της ιστορίας, αλλά και ο προβληματισμός για τη νοσταλγική αδιέξοδη χρήσης της. Δεδομένου ότι η άγονη ιδεοληψία του Πανάρη, τόσο με την ιστορία του νησιού όσο και μ’ αυτή της οικογένειάς του, στέκεται στον αντίποδα της γονιμότερης και προς το μέλλον στραμμένης ματιάς του Αρίφ: ένας ακόμα ανοιχτός λογαριασμός που επιβάλλει τη συνάντησή τους.

Υπάρχει ακόμα ένα πλήθος προσώπων, μεταξύ των οποίων σαν πιο αξιομνημόνευτα και λειτουργικά στον κοινωνικό και αφηγηματικό καμβά, ξεχωρίζουν δύο: Είναι ο ωμός και οξυδερκής φίλος του Πανάρη, Σταύρος ή Βέρα: τραβεστί και απόβλητος, αλλά φύλακας επικίνδυνων μυστικών που μ’ αυτό τον τρόπο και καθόλου μεταφορικά κρατά στα χέρια του την εύτακτη λειτουργία της πόλης. Και ακόμα ο θεσμικός φύλακας της τάξης αστυνόμος Μαθιουδάκης, ήρωας που χωρίς καθόλου να αμβλύνεται η υπόστασή του ως «μπάτσου», προκύπτει αληθινός, γίνεται συμπαθής και κερδίζει μέχρι και το πάλαι ποτέ απωθημένο του: την Ελεονόρα-θεά, που προς μεγάλη κατάπληξη του περίγυρου θα ενδώσει στον μπάτσο. Μπορεί και να ‘ρθε ο καιρός που μέχρι και τα ταξικά στερεότυπα θα αρθούν και θα τερματιστεί εδώ η πάλη των τάξεων; αναρωτιέται ο Πανάρης και δοκιμάζει η Δούκα. Μπορεί και όχι ακόμα, αφού στο τέλος, όπως πάλι διαπιστώνει ο Πανάρης, ο Μαθιουδάκης αγριεύει.

Και υπάρχει οπωσδήποτε η πόλη του σήμερα, η τοπική κοινωνία στην οποία η αφήγηση μας εισάγει με όχημα το πλέον ενδεδειγμένο: αυτό της αστυνομικής πλοκής. Ένα πτώμα που ανεξήγητα μοιάζει με την κόρη της Ελεονόρας, μια δολοφονία, που μέχρι να διαλευκανθεί θα έχει φωτίσει πολλές αθέατες πτυχές από τον ιστό και το «στομάχι» της τοπικής κοινωνίας: οικογενειακές αμαρτίες, προσωπικούς συμβιβασμούς, ταξικά απωθημένα, ιδεολογικές και (δεδομένου του Αρίφ) εθνικές αντιπαραθέσεις, μεγαλόσχημα συμφέροντα και σκοτεινές συνδιαλλαγές.

Τόσο το ξετύλιγμα της πλοκής σ’ αυτό το επίπεδο, όσο και η αναμενόμενη συνάντηση του Αρίφ με τους έλληνες συγγενείς του και η συνακόλουθη αποκάλυψη των οικογενειακών μυστικών, θα διασταυρωθούν και θα ενορχηστρωθούν αφηγηματικά με τρόπο αποτελεσματικό. Η αφήγηση αλλάζοντας την οπτική γωνία της από κεφάλαιο σε κεφάλαιο και εκμεταλλευόμενη όπου χρειαστεί μια σχεδόν κινηματογραφική χρήση του μοντάζ, αποκαλύπτει τα δεδομένα της επιβάλλοντας το ρυθμό της και ανατροφοδοτώντας το σασπένς της.

Εξάλλου η αφήγηση είναι ένα απόλυτα κερδισμένο στοίχημα στο σύνθετο αυτό σχέδιο της Δούκα: Εκτός από την πρωτοπρόσωπη, αναστοχαστική καταγραφή του Αρίφ, όπου τα συνεχή flash back στην ιστορία συνθέτουν έναν κόσμο εικόνων, αρωμάτων και χρωμάτων, όχι οπωσδήποτε ειδυλλιακό, αλλά παλλόμενο και ατμοσφαιρικό, έχουμε και τα κεφάλαια που αφορούν στο παρόν. Κι εδώ την τριτοπρόσωπη αφήγηση αναλαμβάνει αυτή η ευρύχωρη μακροπερίοδη φράση που χρησιμοποιεί κυρίως τον πλάγιο λόγο και που στα χέρια της Δούκα γίνεται ένα εργαλείο ευέλικτο και θαυμαστό. Αφού καταφέρνει, επιχειρώντας αβίαστα περάσματα να αλλάζει τις οπτικές της γωνίες και από την εξωτερική περιγραφή να εισχωρεί στο εσωτερικό των προσώπων, είτε με τη μορφή ενός εσωτερικού μονολόγου, είτε σπάζοντας τη γραμμικότητά της και κάνοντας βουτιές στο παρελθόν τους για να τους δώσει το απαιτούμενο βάρος και βάθος, πριν επιστρέψει και πάλι στο παρόν. Αφού μπορεί να ξεκινήσει σαν ένας αναστοχασμός και να «εκτραπεί» σ’ έναν διάλογο σε πλάγιο λόγο και εν συνεχεία σε ευθύ, χωρίς να θυσιάσει τη συνοχή της, αντιθέτως εντείνοντας τη δραστικότητά της και συναιρώντας έτσι παρελθόν και παρόν στην επικράτειά της.

Και δεδομένου ότι τα μυστικά θα βρουν τελικά τις απαντήσεις τους και οι συναντήσεις θα λειτουργήσουν για όλους καταλυτικά (η ιστορία συνδιαλέγεται πάντα στενά με την ατομική μοίρα και στάση), ο διάλογος με το παρελθόν επιβεβαιώνει την αναγκαιότητά του, όταν καταφέρνει και δεν σκοντάφτει σε μισαλλόδοξα ή νοσταλγικά ρητορικά σχήματα. Ένα κερδισμένο στοίχημα πάνω στον καμβά μιας πόλης.

Advertisements

2 Σχόλια to “ΑΘΩΟΙ ΚΑΙ ΦΤΑΙΧΤΕΣ”

  1. scalidi said

    Διαβάζω τώρα «Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ» και είναι απολαυστικό. Πάλι τα Χανιά ο τόπος και ο Πανάρης παρών. Μιλάμε για μεγάλη μαστοριά και τέχνη…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: