ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Μάρτιν Έιμις

μτφρ: Μιχάλης Μακρόπουλος

ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Μια άλλη φορά η Ούνα του είπε με ανόθευτο θαυμασμό και σεβασμό: «Είστε νέοι». Και τότε ακόμη αναρωτήθηκε γι’ αυτό, για τη ριζική ετούτη αναβάθμιση των νιάτων… Ήταν το 1914-1918, κατόπιν το 1939-1945, με κενό είκοσι ενός χρόνων. Έτσι, το 1966, σύμφωνα με το πρόγραμμα που δύο γενιές καθιέρωσαν, ήταν η ώρα να σταλούν τα νιάτα της Ευρώπης στη πρώτη γραμμή του θανάτου: στο σταφυλοπιεστήριο του θανάτου. Αλλά η ιστορία έφερε ρήξη στο μοτίβο. Οι νέοι δεν επρόκειτο να πεθάνουν, επρόκειτο να αγαπηθούν… Τα πάντα και οι πάντες θα μπορούσαν ξάφνου να εξαφανιστούν. Ναι, tutto e subito. Tα πάντα και τώρα…

Ήταν οι baby boomers και έμελλε να αξιωθούν την πολιτιστική επανάσταση της κατά Χόμπσμπαουμ, Χρυσής Εποχής του Σύντομου Εικοστού Αιώνα.  Μιας εποχής εκρηκτικής μεταμορφωτικής ισχύος, τα χρόνια της «εκπληκτικής οικονομικής μεγέθυνσης και κοινωνικού μετασχηματισμού που πιθανότατα μετέβαλλαν την ανθρώπινη κοινωνία πολύ πιο βαθιά σε σχέση με κάθε άλλη ιστορική περίοδο συγκρίσιμης χρονικής διάρκειας», όπως, ο σχεδόν συνομήλικος του αιώνα, μαρξιστής ιστορικός παρατηρεί*. Και ήταν οι νέοι αυτής της εποχής, που ανακηρύχτηκαν πρωταγωνιστές και εκφραστές της,  που όντας οι πρώτοι στον αιώνα των φρικαλεοτήτων που δεν είχε αγγίξει η φρίκη, και πάνω σ’ αυτή τη ρήξη στο μοτίβο διέρρηξαν βίαια τη σχέση με τις προηγούμενες γενιές, και οργισμένα και επιτακτικά ζήτησαν «τα πάντα και τώρα». Το σύνθημα του Ιταλικού «θερμού φθινοπώρου» του ’69 επανέρχεται σαν επωδός κάθε τόσο, αλλά ο Μάρτιν Έιμις διηγείται πως τελικά δεν θα τα κατάφερναν ακριβώς να αγαπηθούν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

 

 

ΤΖ. ΝΤ.  ΣΑΛΙΝΤΖΕΡ

 

ΨΗΛΗ ΣΗΚΩΣΤΕ ΣΤΕΓΗ, ΞΥΛΟΥΡΓΟΙ

ΣΙΜΟΡ, ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

μτφρ.: ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΟΡΤΩ

και

ΕΝΝΕΑ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

μτφρ.: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

 

H ηχηρή του σιωπή και η απουσία, όχι μόνο από τη σκηνή της αναγνωρισιμότητας και της διασημότητας, αλλά κι από την ίδια τη συγγραφική παλαίστρα, συνιστούν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της μυθολογίας του.  Τέτοιο, που η απουσία να μετουσιώνεται σε αδιάλειπτη παρουσία στο γραπτό, σε μαύρη τρύπα που ρουφά και εκλύει ενέργεια, αφού δεν γίνεται να μη διαρρηγνύει τις αράδες, ειδικά που υπογραμμίζεται συνεχώς και από την ίδια την υλική υπόσταση του κειμένου -ο απαράβατος για τους εντολοδόχους όρος: καμία εισαγωγή, τίποτα στο αφτί, τίποτα στο εξώφυλλο, ούτε για τον συγγραφέα. Τίποτα. Με όλους τους τρόπους να ειπωθεί ότι τα προϊδεασμένα μυαλά δεν αποτελούν τους ιδανικούς αναγνώστες του παρόντος.

Και σίγουρα… εύκολα ευτελίζει κανείς τα πράγματα που αγαπάει. Συνηθέστερα, ενδίδοντας στον πειρασμό να μιλήσει γι’ αυτά… Η ανθρώπινη φωνή συνωμοτεί προκειμένου να βεβηλώσει οτιδήποτε στον κόσμο, όπως σημειώνει ο Σίμορ Γκλας στο ημερολόγιό του, και ακόμα Θα τους έβαζα να ξεράσουν κάθε μπουκιά από το μήλο που οι γονείς τους και οι άλλοι τους είχαν αναγκάσει να δαγκώσουν, όπως διακηρύσσει ο δεκάχρονος χαρισματικός ή διαταραγμένος Τέντυ της ομώνυμης από τις Εννέα ιστορίες. Όμως αλίμονο, τα προϊδεασμένα μυαλά και αναμασούν το μήλο και -κακά τα ψέματα- είναι εξ’ ορισμού τα πιο ενδοτικά…

Έτσι κι αλλιώς, στην μετά το μήλο κατάσταση τοποθετείται αναγκαστικά και η οποιαδήποτε αφετηρία. Και του συγγραφέα, εξυπακούεται και των αναγνωστών του, αλλά κυρίως των ηρώων του: δεν υπάρχει ούτε ένας απ’ αυτούς που δεν το ‘χει δαγκώσει για τα καλά (πραγματικά πολύ μήλο, λαίμαργες, ζουμερές, χορταστικές μπουκιές), αλλά και κανένας που να μην παλεύει να το ξεράσει, ή τουλάχιστον (αφού παρένθετα και ταπεινά ο Σάλιντζερ καταφάσκει την ταπεινότητα), να μην το κατεβάσει αμάσητο.

 

 

Πρώτη έκδοση του Φύλακα: Little Brown and Company, Boston, 1951

Σαν γνώριμος παλιός λοιπόν, που επανακάμπτει μετά από χρόνια, προκλητικός απέναντι στο βλέμμα που ψάχνει για ρυτίδες ή ψάχνει να μετρήσει τη δική του απόσταση απ’ αυτόν, οι δύο καινούργιες μεταφράσεις των εννέα συν δύο μικρών ή μεγαλύτερων ιστοριών. Μεταφράσεις -που  να το πούμε από τώρα- λαμβάνουν θέση τιμητική στο πάνθεο των ευτυχισμένων, σχεδόν καρμικών συναντήσεων του Σάλιντζερ με τα ελληνικά. Ενώ το βλέμμα, που ψάχνει τις ρυτίδες (σαφώς το υποψιάζεται: κυρίως τις δικές του αφού έχει το ίδιο μεγαλώσει) και νοιάζεται να δει πώς θα διαβάσει τώρα την γραφή που ενδύθηκε την αργκό -σωματική, ψυχική και γλωσσική- της εφηβείας και ταλαντεύτηκε στην οργισμένη και ιλιγγιώδη στιγμή μπρος στο κατώφλι της ενηλικίωσης, προκαλώντας συναισθηματική κυρίως ταύτιση (τότε – το βλέμμα αναπολεί), σταδιακά ανασκουμπώνεται, επαναδιαπραγματεύεται, αλλά πάντως -όσο επιτρέπεται- ησυχάζει: ο χρόνος δεν έχει περάσει και το ίδιο δεν έχει μεγαλώσει ίσως τόσο. Η ιλιγγιώδης στιγμή είναι ακόμα εδώ και πιθανώς να μην σταματήσει να είναι, καθόσον ανάγεται στη σχέση με το μήλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΠΕΛΦΑΣΤ

ΣΤΙΟΥΑΡΤ ΝΕΒΙΛ

ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2010

μτφρ: ΒΑΣΙΑ ΤΖΑΝΑΚΑΡΗ

Μπέλφαστ, έτος 2005. Από την αποφράδα Μαύρη Κυριακή του ’72 έχουν παρέλθει τρεις δεκαετίες ταραχών και μόλις επτά χρόνια από την ιστορική συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1998, που άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων του IRA με αντάλλαγμα την παραίτηση από τον ένοπλο αγώνα, και την ισότιμη συμμετοχή των καθολικών στην τοπική κυβέρνηση της Βορείου Ιρλανδίας. Εφτά μόλις χρόνια μιας εύθραυστης ειρήνης ενώ μια δύσκολη ισορροπία είναι σε εξέλιξη, καθώς το πέρασμα στην κοινοβουλευτική συνύπαρξη και πολιτική διευθέτηση των εμφύλιων διαφορών και των ιστορικών τραυμάτων δεν στάθηκε ποτέ απλή υπόθεση, πόσω μάλλον για τη Βόρειο Ιρλανδία και το Μπέλφαστ, πολύπαθο θέατρο αιματηρών συγκρούσεων και πόλη στοιχειωμένη με τα φαντάσματα της Ιστορίας περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στη Δυτική Ευρώπη. Δεν είναι μόνο που τα τείχη αργούν να πέσουν, κυρίως στις καρδιές, είναι ακόμα και ότι η βία ανέκαθεν παρέδιδε τα όπλα τελευταία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

περιεκτικές νύξεις

Δεκέμβριος 14, 2010

 

Καινούργιο και ελπίζω για να μείνει…

Εσωτερικού χώρου που απορροφά τους κραδασμούς του εξωτερικού…

το μόλις ξύπνησα

ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΗ ΕΥΤΥΧΙΑ

Δεκέμβριος 2, 2010


ΑΛΙΣ ΜΟΝΡΟ

ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2010

μτφρ: ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΥΛΙΚΑΡΗ

H πολυπλοκότητα των πραγμάτων –τα πράγματα μέσα στα πράγματα- φαίνεται να μην έχει τέλος, εννοώ τίποτα δεν είναι εύκολο, τίποτα δεν είναι απλό, δηλώνει κάπου η Άλις Μονρό και δεν προσθέτει -αλλά θα μπορούσε- πως γι’ αυτό ακριβώς δεν έχει παρά να τα διηγηθεί απλά…

Η καναδή Άλις Μονρό, η για πολλούς σημαντικότερη σύγχρονη διηγηματογράφος, παραμένει ελάχιστα διαβασμένη εδώ, αν και δεν είναι η πρώτη φορά που μεταφράζεται. Ωστόσο το περσινό Man Booker International για το Πάρα πολλή ευτυχία στάθηκε η αφορμή για πολλούς με χαρά να την ανακαλύψουν, εμού συμπεριλαμβανομένης. Η επιμονή της Μονρό στην μικρή ιστορία και η ικανότητά της να συμπυκνώνει στο περιορισμένο μέγεθος τη χωρητικότητα ενός μυθιστορήματος, είναι από τα ατού της το πιο προβεβλημένο. Και δικαίως, αφού είναι και αυτό που η ανάγνωση κατ’ αρχήν διαπιστώνει: αν είναι να την διαβάσει πραγματικά, δεν μπορεί να την διαβάσει γρήγορα, και σίγουρα όχι παραπάνω από μια ιστορία τη φορά. Και αυτό παρ’ όλη την επιφανειακή και κατά τα φαινόμενα παραπλανητική απλότητά της αφήγησής της, αφού κάθε φορά με το τέλος της ιστορίας, χρειάζεται να αποδοθεί ο χώρος και ο χρόνος για να εμπεδωθεί το αναπάντεχο μέγεθος και η έκταση. Χρειάζεται ακόμη η ανάγνωση, να σταθεί σε στάση ήρεμης προσοχής απέναντι στην παραπλανητική αυτή απλότητα, για ν’ αρχίσει να ακούει πόσο απλά τα πράγματα δεν είναι…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Η ΤΖΟΥΛΙΕΤ ΓΥΜΝΗ

Νοέμβριος 23, 2010

 

ΝΙΚ ΧΟΡΝΜΠΥ

ΠΑΤΑΚΗΣ 2010

μτφρ: ΧΙΛΝΤΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Στη μία άκρη της ιστορίας είναι η Άννι και ο Ντάνκαν σε μια μικρή παραθαλάσσια βαρετή εγγλέζικη πόλη, το Γκούλνες, και σε μια δεκαπεντάχρονη σχέση που μπάζει νερά από παντού, κυρίως επειδή το Γκούλνες είναι αυτό που είναι και κυρίως επειδή στο ερημικό και αδιάφορο περιβάλλον του, δεκαπέντε χρόνια πριν η Άννι και ο Ντάνκαν αρπάχτηκαν ο ένας από τον άλλο με ανακούφιση. Δεκαπέντε χρόνια μετά στην καμπή των σαράντα, δεν έχει σημειωθεί οποιαδήποτε θεαματική εξέλιξη, τουλάχιστον όχι προς το καλύτερο, γιατί σίγουρα το σεξ έχει αραιώσει δραματικά, παιδιά δεν υπάρχουν, σκαμπανεβάσματα ούτε και η Άννι και ο Ντάνκαν πάντα αρπαγμένοι μαζί κολλημένοι έκτοτε σε ένα διηνεκές μεταδιδακτορικό σύμπαν, όπου οι συναυλίες, τα βιβλία και οι ταινίες συνέχιζαν να μετρούν περισσότερο στη ζωή τους απ’ ότι στη ζωή των υπόλοιπων συνομηλίκων τους. Το οποίο αφήνει και τον χώρο για τον τρίτο άνθρωπο στη σχέση τους, γιατί στην ίδια άκρη της ιστορίας είναι επίσης και ο Τάκερ Κρόου: ροκ τροβαδούρος, λυρικός και οργισμένος ποιητής στην παράδοση των Ντύλαν, Σπρίνγκστιν, και Κοέν (ναι, ένα τέτοιο κράμα!), του οποίου τελευταία και σημαντικότερη δουλειά υπήρξε το θρυλικό άλμπουμ Τζουλιέτ, όπου ο Κρόου τραγουδάει σπαρακτικά τον χωρισμό του από τον έρωτα της ζωής του. Αυτά κάποια στιγμή μέσα στη δεκαετία του ’80, γιατί μετά και για αδιευκρίνιστους λόγους ο Κρόου δεν ξαναέγραψε, δεν ξαναηχογράφησε, απλώς εξαφανίστηκε. Ο θρύλος μιλάει για μια μεταστροφή που έλαβε χώρα μετά από μια συναυλία στην Μιννεάπολη, και συγκεκριμένα στις τουαλέτες ενός μπαρ ονόματι Μαύρο Χάλι, που ο Κρόου επισκέφτηκε: μπήκε μετά βγήκε, έκτοτε σώπασε. Και ο θρύλος γενικά έχει πάρει το πάνω χέρι, αφού η εξαφάνιση του Κρόου έχει πυροδοτήσει μια ευφάνταστη συνωμοσιολογία μεταξύ κάποιων ολίγων σαραντάρηδων φανατικών νοσταλγών ανά τον κόσμο, που συναντιούνται και ανταλλάσσουν απόψεις και σενάρια στον ιστότοπο που ο δικός μας, ο Ντάνκαν έχει στήσει στο ίντερνετ, και στον οποίο ο Κρόου απολαμβάνει μια δεύτερη καριέρα σαν ιντερνετικός μύθος. Ο Ντάνκαν μ’ άλλα λόγια είναι από αυτούς, τους ευαίσθητους μεν, βαρεμένους δε πιστούς που ξεκοκαλίζουν λαίμαργα κι εμμονικά και το έργο και το ίνδαλμα και άνετα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο Τάκερ Κρόου ήταν ανέκαθεν ο σύντροφος της ζωής του και όσο για την Άννι, το ‘ξερε από την αρχή, πως ο Τάκερ Κρόου ήταν πάντοτε μέρος του πακέτου όπως μια αναπηρία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »




ΑΝΤΟΝΙΟ ΤΑΜΠΟΥΚΙ

ΑΓΡΑ 2010

μτφρ: ΑΝΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ

Μια επανέκδοση σημαντική, γιατί όσο κι αν το περιεχόμενο είναι αυτό που πάντα μετράει, το «περιτύλιγμα» βοηθάει πάντα το περιεχόμενο να συναντήσει μ’ ευνοϊκότερους όρους τον αποδέκτη του. Δεύτερη ευκαιρία λοιπόν, για ένα κλασικό πια βιβλίο. Το Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα, κυκλοφόρησε το 1994 (στην Ελλάδα το 1997), αποτέλεσε μεγάλη εκδοτική επιτυχία, μεταφέρθηκε στο σινεμά (με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννι), τιμήθηκε με βραβεία μεταξύ των οποίων το Ευρωπαϊκό Αριστείο Γραμμάτων (1997) και παρέδωσε στη λογοτεχνική ιστορία την συγκινητικά παλαιάς κοπής, βραδυκίνητη κι ευγενική φιγούρα του Περέιρα. Φιγούρα που -και με το πέρασμα της δεκαπενταετίας-κατοχυρώνεται σαν εμβληματική μιας αντίστροφης μαθητείας, μιας αφύπνισης ή συνειδησιακής μεταβολής στην κόψη διαχρονικών (και εναγώνιων από τη μέση του 20ου αιώνα και μετά) για την τέχνη ζητημάτων.

Είμαι λαϊκός, ξεκαθαρίζει ο Ταμπούκι, αυτός ο τόσο εστέτ ιδιοσυγκρασιακά συγγραφέας, σε συνέντευξη στο LIRE που παρατίθεται στο επίμετρο της έκδοσης, και συνεχίζει: το Ολοκαύτωμα τάραξε όλη μου τη νεότητα και δεν θα πάψω να προσπαθώ να καταλάβω πώς ο αφανισμός ενός λαού από έναν άλλο λαό εμφανίστηκε στο τέλος μιας θετικιστικής εποχής σημαδεμένης από την πίστη στην πρόοδο. Όμως πάνω απ’ όλα και σε πείσμα όλων, αγαπώ τον άνθρωπο και πιστεύω σ’ αυτόν. Δίχως την πίστη στον άνθρωπο δεν υπάρχει καμία τέχνη. Η λογοτεχνία δίνει μια αφηγηματική φόρμα στην μεταμέλεια, θα πει σ’ άλλο σημείο, και με τον Περέιρα δείχνει πως η λογοτεχνία μπορεί να αίρει και τις αντιφάσεις και μπορεί να γίνεται λαϊκή και εστέτ την ίδια στιγμή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »