[ in medias res ] -1

Νοέμβριος 25, 2015

 



     

[Εσνόζ]

 

Ο Felix Vallotton στον απόηχο του Μεγάλου Πολέμου, αφήνοντας τους ειρηνικούς εσωτερικούς χώρους, τις γαληνεμένες καμπύλες των τοπίων, και τα ευδιάθετα πλακάτα χρώματα των Nabis, στρέφεται αναγκαστικά στην κυβιστική πρόκληση προκειμένου να αναπαραστήσει εκείνον τον πόλεμο, αυτόν απ’ τους πολέμους, που έδωσε στο σώμα τη χαριστική βολή. Προσπαθώντας να αναπαραστήσει το πρωτόφαντο μέγεθος ως ριζική και ιστορική ποιοτική διαφορά εξαφανίζει τον άνθρωπο, και πολύ σωστά. Σώματα δεν υπάρχουν στο πεδίο της μάχης, γιατί σώματα δεν υπήρξαν, αφού αυτός ο πρώτος βιομηχανικός πόλεμος έμελλε να τα υποβιβάσει –πρώτη φορά τόσο τελεσίδικα- σε καύσιμο, ύλη αναλώσιμη στην τερατώδη τεχνολογική του μηχανή.

 

felix_edouard_vallotton_verdun_0

          (Félix Édouard Vallotton, Verdun, 1917, Paris, Musée de l’Armée)

Υπάρχουν αχανείς άψυχες εκτάσεις, υπάρχει καμένη γη, υπάρχουν ριπές, βροχή, αέρια και λάσπη. Σώματα πάντως πουθενά. Μια οπτική γωνία που αποσβολώνεται από την ποιοτική διαφορά του νέου μεγέθους. Ο Jean Echenoz[*], καίτοι διατηρώντας την υπεροχή της οπτικής αυτής γωνίας, επιχειρεί στην ακριβώς αντίθετη από τον Vallotton κατεύθυνση, και ζουμάρει προς την επιφάνεια του εδάφους όπου όλα αυτά έρπουν και γρυλίζουν και όπου ιδροκοπούν τα επίγεια στρατεύματα. Προκειμένου να αφηγηθεί τη δύσοσμη και ζοφερή όπερα επιμερίζει, ως οφείλει, και ζουμάρει: Ο Αντίμ, ο αδελφός του και τρεις ακόμα φίλοι – ζουμ σε πέντε από τα εκατομμύρια σώματα. Η απτή πραγματικότητα των χαρακωμάτων, η υγρασία και το βάρος της εξάρτυσης υπό βροχή, οι εκκρίσεις των φοβισμένων σωμάτων, οι εκχύσεις των ακρωτηριασμένων μελών, οι μυρωδιές, το μεθύσι που στουπώνει το φόβο και ξαποστέλνει στη μάχη, και η κυκλωτική και εκκωφαντική αδιανοητότητα του πεδίου της μάχης από την οπτική γωνία του επιμερισμένου, εντοπισμένου και κάθιδρου αυτού σώματος – κοντινότερο ζουμ στην ύλη των σωμάτων και μάλιστα στις σάρκινες όψεις και αντανακλαστικά της ανυπεράσπιστης αυτής ύλης.

Σαν εποπτεύοντας, λοιπόν, από του Vallotton το ύψος, η αφήγηση συναισθηματικά αποστασιοποιημένη, τρυφερά ειρωνική, εξακοντίζει την ακονισμένη και επιμελημένη της ακρίβεια στις λεπτομέρειες της ύλης και στις συνακόλουθες αυτής επιπλοκές εν πεδίω πολέμου, αδράχνοντας από τα κέρατα το διάβολο που κατοικεί εκεί. Η τρυφερή αυτή χρήση της συναισθηματικής αποστασιοποίησης και η στόχευση στα παθήματα και τις αντοχές των υλικών ποσώς εμποδίζει τον Echenoz ν’ αφουγκραστεί το πνιγμένο υπαρξιακό αναφιλητό. Καίτοι στοχεύοντας στην ευάλωτη σάρκα της υλικότητας, καίτοι αποφεύγοντας οποιαδήποτε συναισθηματική εμπλοκή ή περιγραφή, τα ακονισμένα έτσι βέλη της εσνοζικής κόσμιας και φαινομενικά ανέφελης πρόζας, διαπερνώντας το ευάλωτο περίβλημα του υλικού, τεκμηριώνουν, βεβαίως, κατηγορηματικά την τελεσιδικία του εν πεδίω και εν καιρώ πολέμου, αλλά όχι μόνο. Γιατί τα ακονισμένα έτσι βέλη της εσνοζικής πρόζας, κρούουν τελικά δραστικά τους ευαίσθητους αισθητήρες του ψυχικού, τεκμηριώνοντας ακόμα πιο κατηγορηματικά τη βασανισμένη αλλά αμετάκλητη εγγύτητα και σχέση με το υλικό του περίβλημα.

Έτσι λοιπόν, παρακάτω, ο Αντίμ, έχοντας «ελεηθεί» με έναν βολικότατο ακρωτηριασμό στις παρυφές του πεδίου της μάχης (αυτόν του δεξιού του χεριού), γλυτώνει μεν το Βερντέν κι επιστρέφει στη ζωή, όμως λειψός. Ο λόγος για την απουσία. Αυτήν ενός μέλους του σώματος. Υπό την επήρεια, ωστόσο, της μετωνυμικής λειτουργίας, ο σωματικός ακρωτηριασμός συναιρείται πάραυτα με τον ψυχικό, κι εντέλει «ξαναδιαβάζεται» η απουσία όχι πια μόνο του μέλους, αλλά και του Άλλου, Του ζωτικού Άλλου. Ο λόγος, έτσι, για το Πένθος σαν αποκόλληση σάρκας από σάρκα…

Ο οποίος Αντίμ, μετά την επιστροφή του στην πολιτική ζωή, είχε πια συνηθίσει την απουσία του χεριού του, ακόμα και αν, συγκεχυμένα, ζούσε σα να εξακολουθούσε να το έχει, να το αισθάνεται παρόν σα να ήταν όντως εκεί, εξακολουθούσε να νομίζει ότι το έβλεπε όταν έριχνε μια κοφτή ματιά στη δεξιά πλευρά του στέρνου του, για να επιστρέφει στην πραγματικότητα όταν το βλέμμα του βάραινε. Ενώ όμως στην αρχή υπέθετε ότι αυτές οι οφθαλμαπάτες θα μειώνονταν με τον καιρό, δεν άργησε να ανακαλύψει ότι το αντίθετο ήταν προ των πυλών.

Μετά από λίγους μήνες, ένιωσε πράγματι να ξαναγεννιέται ένα φανταστικό δεξί χέρι, αλλά εξίσου πραγματικής όψεως με το αριστερό. Η ύπαρξη αυτού του χεριού, αν όχι και η αυτονομία του, εκδηλώθηκε όλο και πιο συχνά με διάφορους πόνους, καψίματα, συσπάσεις, κράμπες ή φαγούρες (τελευταία στιγμή συγκρατιόταν ο Αντίμ για να μην ξυστεί), χώρια ο παλιός του πόνος στον καρπό. Αυτή η εντύπωση ήταν έντονη και λεπτομερειακή, φτάνοντας ως την αντίληψη του σφραγιδόλιθου που βάραινε τον ωτίτη του, αλλά και σε πόνους που επιτείνονταν ανάλογα με τις περιστάσεις: κρίσεις μελαγχολίας, ή αλλαγές του καιρού, ιδίως όταν αυτός ήταν υγρός και κρύος, όπως συμβαίνει στους αρθριτικούς.

Αυτό το απόν χέρι, που καμιά φορά γινόταν πιο παρόν από το άλλο, επίμονο, άγρυπνο, σαρκαστικό σαν λερωμένη συνείδηση, ο Αντίμ θεωρούσε ότι μπορούσε να το κάνει να προβεί σε ηθελημένες κινήσεις και χειρονομίες σκωπτικές ή αποφασιστικές, τις οποίες όμως, δεν έβλεπε κανείς: είχε ας πούμε την πραγματική σιγουριά ότι μπορούσε να στηριχτεί με τον αγκώνα του σε ένα έπιπλο, να σφίξει τη γροθιά του, να ελέγχει κάθε δάχτυλό του χωριστά, φτάνοντας μέχρι του σημείου να πηγαίνει να σηκώσει το τηλέφωνο ή να γνέφει – κουνώντας ή νομίζοντας ότι κουνούσε το δεξί του χέρι σε έναν αποχαιρετισμό, κάτι που τον έκανε να φαίνεται αφιλόστοργος σ’ αυτούς που αναχωρούσαν.

[*] 14, Ζαν Εσνόζ, μτφρ: Αχιλλέας Κυριακίδης, ΙΚΑΡΟΣ, 2014

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: