Ρόμπερτ Βάλζερ: Το σκοτεινό αστέρι

Ιανουαρίου 9, 2013

Γιάκομπ φον Γκούντεν

Μτφρ: Βασίλης Πατέρας

Εκδ: Ροές, 2012

 

Ο Περίπατος

Μτφρ: Τέο Βότσος, Αγορίτσα Μπακοδήμου

Εκδ: Γαβριηλίδης, 2011  

images

Το «πιο σκοτεινό από τα αστέρια της λογοτεχνίας» στο έναστρο πάνθεο του Ενρίκε Βίλα Μάτας, κι ένα αστέρι-οδηγός κάμποσων από τους συγγραφείς που είτε κατοίκησαν κάποια σημεία μεθορίου (γλωσσικής ή και εθνικής), όπως ο Κάφκα, ο Μπένγιαμιν και ο Κανέτι, είτε επέλεξαν τη λύση του πλάνητος, του μελαγχολικού βλέμματος και της χαμηλόφωνης, ελάσσονος γραφής, όπως ο Γ. ΓΚ. Ζέμπαλντ. Όσο για τον Βίλα Μάτας[i] έχει επιφυλάξει για τον Ρόμπερτ Βάλζερ τη θέση του πνευματικού του ήρωα (σωστότερα αντι-ήρωα), τη θέση ενός που ορίζει όχι μόνο τις συνιστώσες της συγγραφικής του αναζήτησης, αλλά και τις υπαρξιακές παραμέτρους της αναζήτησης αυτής.

Ο Ρόμπερτ Βάλζερ γεννήθηκε το 1878 στην πόλη Μπιλ στο καντόνι της Βέρνης, γλωσσικό σύνορο μεταξύ γερμανόφωνων και γαλλόφωνων καντονιών της Ελβετίας. Γιός εμπόρου χαρτιού και βιβλιοδέτη, προτελευταίο παιδί πολυμελούς οικογένειας, στα δεκαεφτά του χρόνια -ένα χρόνο μετά το θάνατο της μητέρας του που έπασχε από κατάθλιψη- αναγκάζεται να εγκαταλείψει πρόωρα τις σπουδές του, και να ασκήσει εν συνεχεία και κατά τη μεγαλύτερη περίοδο της ζωής του μια σειρά από υπαλληλικά επαγγέλματα (τραπεζικός υπάλληλος, πωλητής σε βιβλιοπωλείο, γραμματέας, εργάτης, επίσης γραφιάς σε γραφείο καλλιγραφίας για ανέργους, επίσης επιστάτης σε πύργο στην Άνω Σιλεσία). Οι συνεχόμενες μετακινήσεις, τα προσωρινά ταπεινά επαγγέλματα και τα αναπόφευκτα πολλά, φτωχά, μικρά και απρόσωπα δωμάτια θα αποτελέσουν το βασικό μοτίβο της ζωής του, ένα μοτίβο που στη περίπτωση του Βάλζερ τροφοδοτεί και ανταποκρίνεται σε μιαν ασκητική του βίου με ευθείες και καθαρές αντανακλάσεις στην ασκητική του της γραφής. «Μια βασανιστική τάση άρνησης του κόσμου… ή μια ολοκληρωτική ρήξη» προκρίνει ο Βίλα Μάτας σαν βασική ορίζουσα της ασκητικής αυτής, και ακόμα κι αν είναι έτσι τελικά, πάντα με λιγότερο απόλυτους και ηχηρούς όρους θα επαναδιατυπώνεται στο βαλζερικό έργο η επιλογή αυτή: «Πάντοτε προτιμούσα να ζω αποτραβηγμένος μια ζωή ταπεινή, ώστε να μπορώ να υψώνω το βλέμμα μου προς την καθαρότητα».                                                               

Από το 1905 και για τα επόμενα επτά χρόνια θα διαμείνει στο Βερολίνο υπό την προστασία του αδελφού του – διάσημου γραφίστα και σκηνογράφου, όπου θα γράψει και θα εκδώσει τα τρία γνωστότερά του έργα (Οι αδελφοί Τάννερ, Ο Παραγιός και Γιάκομπ φον Γκούντεν), χωρίς όμως να καταφέρει να εδραιωθεί στη λογοτεχνική σκηνή, και -εγκαταλείποντας το κέντρο στα τριανταπέντε του, οριστικά και αμετάκλητα έκκεντρος- θα επιστρέψει, το 1913, στην Ελβετία. Στη γενέτειρα πόλη, για τα επόμενα οχτώ χρόνια, θα ζήσει σχετικά απομονωμένος, αφιερώνοντας το χρόνο του στην ανάγνωση, τη γραφή και τους περιπάτους. Αυτή είναι η περίοδος των μικρών του πεζών, μεταξύ των οποίων και «Ο Περίπατος» (1916), προς το τέλος της οποίας, και παρά την έκδοση και τη μερική ευνοϊκή ανταπόκριση των έργων του, θα απομείνει με την αίσθηση πως πια «έχει τρυγήσει όλα τα θέματα», οπότε και θα εγκαταλείψει τη Μπιλ για τη Βέρνη, όπου θα εργαστεί σαν βιβλιοθηκάριος, αλλάζοντας διαμερίσματα όλο και πιο συχνά, ενώ ολοένα και εντονότερα η ψυχική του αστάθεια θα επιδεινώνεται. Οι κρίσεις άγχους και οι παραισθήσεις εντείνονται, και το 1929 θα συναινέσει στον εγκλεισμό του στο άσυλο του Βαλντάου, όπου όσον αφορά τη γραφή, περνά σ’ αυτό που ο ίδιος ονόμασε «το πεδίο του μολυβιού», ή αλλιώς κομμάτια χαρτί ασφυκτικά γεμάτα με μικροσκοπικά γραπτά ή προσχέδια έργων, γραμμένα με μολύβι και άψογα καλλιγραφημένους γοτθικούς χαρακτήρες. Το 1933 θα μεταφερθεί, παρά τη θέλησή του, στη νευρολογική κλινική του Χερισάου, όπου και θα εγκαταλείψει δια παντός τη γραφή, αφού όπως (με ενεργή όλη την ειρωνεία και τη στωικότητα του ύφους του) θα πει στο φίλο και εκδότη του Καρλ Ζέελινγκ κατά τη διάρκεια ενός από τους συχνούς τους περιπάτους: «Δεν είμαι εδώ για να γράφω, αλλά για να τρελαθώ». Είναι εδώ που, όπως και ο Μισέλ Σνεντέρ[ii] παρατηρεί, «ο περίπατος» θα γίνει «ο μοναδικός του τρόπος γραφής. Εδώ και πολύ καιρό είχε αντικαταστήσει την πένα και το μελάνι με το εύθραυστο μολύβι. Και πρόσφατα είχε αντικαταστήσει το μολύβι με τα πόδια και τη γραμμή με τον βηματισμό». Σ’ έναν τέτοιο μοναχικό περίπατο στο δάσος πέριξ της κλινικής, ανήμερα τα Χριστούγεννα του ’56, ο Ρόμπερτ Βάλζερ θα πέσει νεκρός στο χιόνι. Γράφοντας μέχρι το τέλος προφανώς, με έσχατη αράδα  ένα σώμα νεκρό πάνω στο χιόνι, μια ευανάγνωστη γραφή πάνω στο λευκό, δέουσα κατακλείδα της βαλζερικής διαλεκτικής σώματος και γραφής. Ακόμα καλύτερο κι απ’ ότι το είχε ο ίδιος ευχηθεί γράφοντας στον Περίπατο: «Και το απλό περπάτημα σ’ ένα τόσο ευχάριστο έδαφος μετατρεπόταν σε απόλαυση, και η σιγαλιά ξεσήκωνε προσευχές στην αισθαντική ψυχή. Θα πρέπει να είναι γλυκό να είσαι νεκρός εδώ και να κείτεσαι αφανής στο δροσερό χώμα του δάσους…».

b180057

Έχοντας ακολουθήσει τον αδελφό του στο Βερολίνο στα 1905, παρακολουθεί αρχικά μια σχολή για υπηρέτες, ενώ στη συνέχεια θα εργαστεί για σύντομο χρονικό διάστημα σαν μπάτλερ σε επαρχιακή έπαυλη: είναι η εμπειρία που, στην πάντοτε  ενεργή στο Βάλζερ διαλεκτική βιώματος και γραφής, θ’ αποτελέσει τη μήτρα του Γιάκομπ φον Γκούντεν (1909). Έτσι λοιπόν, το Ινστιτούτο Μπενζαμέντα είναι μια σχολή για υπηρέτες όπου ο νεαρός Γιάκομπ, καίτοι γόνος αστικής οικογένειας και γιός βουλευτή, επιλέγει να φοιτήσει, δηλώνοντας εξ’ αρχής και ευθαρσώς τις ταπεινές του προσδοκίες: «εμείς τα αγόρια του Ινστιτούτου Μπενζαμέντα… θα παραμείνουμε ασήμαντοι και παρακατιανοί σ’ ολόκληρη τη ζωή μας… Τα μαθήματα έχουν σκοπό να μας διδάξουν υπομονή και πειθαρχία, πράγματα δηλαδή που δε σου εξασφαλίζουν καμία, ή σχεδόν καμία επιτυχία… Έχω μολυνθεί κι εγώ από μια παράξενη και άγνωστη μέχρι πρότινος αίσθηση εφησυχασμού». Έτσι, ευθαρσώς και ταπεινά, στο κέντρο της φόρμας ενός μυθιστορήματος μαθητείας ή ενηλικίωσης, στη θέση της προσδοκώμενης και απαραίτητης διαδικασίας αφύπνισης, τίθεται η προοπτική της αίσθησης του εφησυχασμού, ή αλλιώς ενεργοποιείται αυτό που ο Βίλα Μάτας αποκαλεί «στρατηγική της παραίτησης». Έτσι, εκ του συστάδην, έχει ενεργοποιηθεί ένας παράδοξος, αινιγματικός και ανατρεπτικός μηχανισμός.  

Καθ’ όλα αινιγματική παρουσιάζεται και η συνθήκη του Ινστιτούτου Μπενζαμέντα: μια ακινητοποιημένη αίσθηση τέλους είναι ο αέρας που αναπνέουν οι λιγοστοί μαθητές, μια καθηλωτική αίσθηση αδράνειας, σήψης και παραίτησης είναι ό, τι αποπνέει ο περίκλειστος, σαν εκτός χρόνου, χώρος του ιδρύματος αυτού. «Σαν αδιανόητο όνειρο» ή σαν ένα απολιθωμένο κενό με ισχνές ικμάδες ζωής στο εσωτερικό του: ένας εκπεσών αλλά επιβλητικός κύριος Μπενζαμέντα (ο διευθυντής που παρακολουθεί από μακριά τις επιδόσεις και προσφέρει στο Γιάκομπ την ευκαιρία να προκαλέσει, να εμπαίξει, να καπηλευτεί την εξουσία του, ταυτόχρονα φλερτάροντας και με την υποταγή), η αδελφή του κυρίου Μπενζαμέντα, η δεσποινίδα Μπενζαμέντα, ευαίσθητη και παραιτημένη, αγαπημένη των αγοριών, μοναδική διδάσκουσα και μοναδική (παρ’ όλη τη θανατηφόρα απελπισία που θα εξομολογηθεί στον Γιάκομπ) ζώσα πνοή στο τέλμα. Είναι ακόμα οι μαθητές με κυριότερο το ίνδαλμα και του Ινστιτούτου και του Γιάκομπ, τον αγέλαστο, τον απόλυτα και ολοκληρωτικά υποταγμένο Κράους. Και είναι και ο Γιάκομπ, που υπό τύπον ημερολογίου θα καταγράφει την εκούσια συνθηκολόγησή του με τη συνθήκη του Ινστιτούτου, γνωρίζοντας από την αρχή ότι το βασικότερο από όσα πρόκειται να διδαχτεί θα είναι η επίγνωση της ασημαντότητάς του.

«Δεν περιμένω κατανόηση από κανέναν, παρά μονάχα από κάποιον που αναριγεί μπροστά στην ομορφιά του πείσματος», δηλώνει ο νεαρός Γιάκομπ, και ακόμα: «Τίποτα δε μ’ ευχαριστεί περισσότερο από το να δίνω μια αντεστραμμένη εικόνα του εαυτού μου σε άτομα που αγαπώ». Επίσης : «Το βάθος της ανθρώπινης ψυχής με έλκει περισσότερο από την απεραντοσύνη της γης. Θα προτιμούσα να εξερευνήσω το άμεσο, το πιο κοντινό μου», και τελικά : «… αλλά κατά βάθος περιφρονώ τον πλούτο της σκέψης μου». Το νεανικό πείσμα, μια ορμητική ευαισθησία κι ένας μανιασμένος κυνισμός συμβαδίζουν και διακατέχουν το λόγο του Γιάκομπ, δίνοντας συνεχώς στον αναγνώστη του το δικαίωμα να αμφιβάλλει τόσο για την ακρίβεια των παρατηρήσεών του, όσο και για τα αίτια των επιλογών του. Πολλώ μάλλον που ο Γιάκομπ ακόμα θα πει, επί παραδείγματι: «Ναι, το ομολογώ, μου αρέσει να καταπιέζομαι. Ακριβώς. Όχι ακριβώς, αλλά… Ο κύριος Ακριβώς ας μου αδειάσει τη γωνιά…». Η διαρκής και ολοένα εντεινόμενη αυτό-υπονόμευση του Γιάκομπ δυναμιτίζει όχι μόνο τις επιμέρους αποφάνσεις του, αλλά καίρια και ολοσχερώς το ίδιο το σώμα του κειμένου. Δεδομένου έτσι και του πλαισίου ενός είδους σαν το μυθιστόρημα μαθητείας, που παραδοσιακά διαπραγματεύεται τη συναισθηματική και πνευματική αφύπνιση και ωρίμανση, η τέτοιου είδους συστατική αυτό-υπονόμευση, που υπερθεματίζει για τον εφησυχασμό, την ταπεινότητα και την ευρυχωρία της ασημαντότητας την ίδια στιγμή που πεισματικά υπερασπίζεται το δικαίωμα στις αντιφάσεις της, που φλερτάρει με την υποταγή ενώ προτίθεται να εμπαίξει την εξουσία, ενώ επιδίδεται ακατάπαυστα στην εξερεύνηση  της ανεξαρτησίας του πνεύματός της, ενός πνεύματος που επαίρεται και αυτοαναιρείται σε κάθε βήμα, σαφώς και δεν αφήνει περιθώρια σε κανένα σημείο για ευθεία ανάγνωση, σαφώς και υποδεικνύει τη σκοτεινή και αγωνιώδη ρίζα της βαλζερικής γραφής, μαζί και τις καταβολές της βαλζερικής ειρωνείας.

«Ο Γιάκομπ είναι ένα τόσο παράδοξο πλάσμα και ο αέρας που αναπνέει στο Ινστιτούτο Μπενζαμέντα είναι τόσο σπάνιος, τόσο «αλληγορικός», που είναι δύσκολο να τον αντιληφθούμε σαν εκπρόσωπο ενός κοινωνικού τύπου», παρατηρεί ο Τζ. Μ. Κούτσι[iii], και προσθέτει πως, παρ’ όλα αυτά, κάποια από τα χαρακτηριστικά του Γιάκομπ, με προεξάρχοντα τον κυνισμό του απέναντι στον πολιτισμό και την αναγωγή της υπακοής σε ύψιστη αρετή, «στο συνδυασμό τους, δακτυλοδείχνουν προφητικά προς τη μεριά του μικρο-αστικού τύπου που, σε καιρούς μεγάλης κοινωνικής αναταραχής, θα έβρισκε τους Μελανοχίτωνες του Χίτλερ τόσο ελκυστικούς». Συζητήσιμο οπωσδήποτε, ωστόσο, ας μη μας διαφεύγει πως το αίτημα της υποταγής στο Γιάκομπ φον Γκούντεν είναι μια οδηγημένη στα όρια της αντοχής της δοκιμασία δύο βασικών παραμέτρων του βαλζερικού έργου: της ταπεινότητας και της ασημαντότητας σαν καταστάσεων καθαρής βούλησης και επιλογής,  σαν απαντήσεων στη ματαιότητα και στη βαναυσότητα κοινωνικών επιταγών και ψυχολογικών αφηγήσεων, σαν έσχατων σπαρακτικών απολήξεων υπαρξιακής και πνευματικής πάλης. Και οπωσδήποτε, επ’ ουδενί μας διαφεύγει όσον αφορά τον Βάλζερ πως στην παράμετρο «ασημαντότητα» είναι η ευρυχωρία και η ελευθερία αυτό που κυρίως αποζητά: «…για να συνεχίσω τον περίπατό μου στον ελεύθερο αέρα», αλλά κυρίως «Κάποια μέρα θα σκορπίσω γύρω μου ένα άρωμα, θα πετάξω ανθούς και, για τη δική μου μόνο ευχαρίστηση, θα ευωδιάσω λιγάκι… Κι έπειτα θα ψευτοζήσω κοντά εξήντα χρόνια και θα πεθάνω… Κι αν με σήκωνε ένα χέρι, μια συγκυρία, ένα κύμα, μέχρι εκεί ψηλά όπου υπάρχουν η ισχύς και η επιρροή, εγώ θα γκρέμιζα τις περιστάσεις που με επέλεξαν και θα έπεφτα πάλι πίσω στο βαθύ, καταφρονεμένο σκοτάδι. Μονάχα στις κατώτερες περιοχές καταφέρνω να αναπνεύσω».

Και σαφώς ο Γιάκομπ δεν είναι κοινωνικός τύπος –  παρ’ όλο που βασική συνιστώσα του βαλζερικού έργου είναι η δυσανεξία του απέναντι στην έλευση των μοντέρνων καιρών, και οπωσδήποτε ούτε ψυχολογικά μπορεί, επί της ουσίας, να προσεγγιστεί – όσο κι αν το πλαίσιο του μυθιστορήματος ενηλικίωσης προδιαθέτει για κάτι τέτοιο. Γιατί τέτοιου είδους ερμηνείες παραβλέπουν την εξ’ ορισμού φύση του Γιάκομπ ως υπονομευτή· ενός για την ακρίβεια πεισματωμένου υπονομευτή. Τέτοιου είδους ερμηνείες αυτό που κυρίως παραβλέπουν είναι η κρυμμένη ένταση, το πείσμα και το βάθος της βαλζερικής ειρωνείας. Μιας ειρωνείας που εδράζεται σε ένα σημείο πολύ πριν το γραπτό, πολύ πριν τη πρόθεση καν του γραπτού, πεδικλώνοντας τα βήματα όλων των καθαρών προθέσεων, εξ’ ου και καταλήγει φορές να γίνεται μόλις αντιληπτή στην πρόζα. Μια καθόλου αυτάρεσκη ειρωνεία, καθώς στις καταβολές της η μάχη που διεξάγεται είναι πάντα αιματηρή, στον πυρήνα της αυτό που διαδραματίζεται είναι μια λυσσαλέα, μέχρις εσχάτων πάλη με τη ματαιοδοξία·  το ανθεκτικότερο σαράκι που ευδοκιμεί στην καρδιά της υπαρξιακής αγωνίας και τη ροκανίζει εκ των έσω. Έτσι ο Γιάκομπ δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει ένας πιστός, όσο κι αν φλερτάρει με την υποταγή, όσο κι αν αγαπάει τις στολές, δε θα μπορούσε ποτέ να ενταχτεί σε σχήματα, καθώς ο εναγκαλισμός του με την αίσθηση της ματαιότητας τον αποσχηματίζει σε κάθε βήμα. Ο Γιάκομπ δεν είναι παρά ένας αρνητικός καταλύτης, ένα σκοτεινό και αντιφατικό «αλλά» που απευθύνεται προς πάσα δυνατή κατεύθυνση, μπρος και πίσω, μέσα κι έξω. Επιπλέον ένα «αλλά» που συστηματικά υπονομεύει την ίδια του τη φύση, όχι αυτοσαρκαζόμενο αλλά εκθέτοντας τις αντιφάσεις του. Και κυρίως, χαμηλώνοντας όσο παίρνει τη φωνή του, όχι μόνο για να πνίξει την αγωνία του στο βαθύτερο σκοτάδι, αλλά και επειδή, της διαβρωτικής αυτής αγωνίας δεδομένης, οι υψηλοί τόνοι πλέον ψεύδονται.

imagesCA5ITPQ2

Έντβαρντ Μουνκ, Ο Ήλιος, 1916

«Ο κήπος μας είναι όμορφος και χωρίς φιλιά, ήρωες και περίστυλα κιόσκια. Νιώθω ένα σύγκρυο να με διαπερνά όταν μιλώ για ήρωες. Καλύτερα να σωπάσω». Ούτε ήρωες, ούτε βεβαιότητες, ούτε μεγάλο ύφος –  τίποτα που να εμποδίζει τη σιωπή να ακουστεί. Κι ακόμα τίποτα που να μηρυκάζει την κραυγή. Εξάλλου ο κήπος δείχνει όμορφος παρ’ όλη την κραυγή. Και την υπόκωφη, όπως εκβάλλει στην βαλζερική πρόζα, ειρωνεία συχνά θα εντείνει ή αντιθέτως θα κατευνάζει μια ολιγαρκής απαίτηση ομορφιάς. Συχνά στο Γιάκομπ φον Γκούντεν, αλλά κατά κύριο λόγο στον Περίπατο. Έτσι κι αλλιώς, εδώ όλα έρχονται σε πρώτο πλάνο, αφού και ο συγγραφέας έρχεται σε πρώτο πλάνο, αφού αυτό για το οποίο γράφει δεν είναι άλλο από το εργαστήριό του της γραφής: ο περίπατος.

imagesCA89X8M2

Το πρώτο πρόσωπο εδώ είναι πλέον ο ίδιος ο συγγραφέας, ο οποίος «ένα υπέροχο πρωινό», έχοντας μόλις αφήσει πίσω στο γραφείο του μια βασανιστικά «άδεια σελίδα χαρτί», και εβρισκόμενος σε μια «κάπως ρομαντική περιπετειώδη κατάσταση πνεύματος», βγαίνει για τον καθημερινό του περίπατο, γιατί έτσι κι αλλιώς «το αδιάλειπτο γράψιμο κουράζει όπως το σκάψιμο». Κι ενόσω η σελίδα το χαρτί χάσκει στο γραφείο, ο περιπατητής θα περιπλανηθεί στον οικείο του χώρο σα να τον βλέπει για πρώτη φορά, σαν εξοπλισμένος με μεγεθυντικό φακό που δεν του επιτρέπει να προσπεράσει τίποτα από τα καθημερινά, μικρά και τετριμμένα χωρίς να τα ελεήσει με μιαν άδολη ματιά, χωρίς να τα κοιτάξει «με ορθάνοιχτα και ανέφελα μάτια».  Δεδομένου του βλέμματος αυτού, μαζί και του υπέροχου πρωινού, όλα τα οπτικά ερεθίσματα της διαδρομής, όλες οι μικρές ή μεγαλύτερες στάσεις θα αξιωθούν όχι μόνο τη δωρεά της ευγενικής και τρυφερής καταγραφής από μεριάς του συγγραφέα-περιπατητή, αλλά και την τιμητική αναγνώριση της αξίας τους ως υλικών ανεκτίμητων για στοχασμό. Και ο σεβάσμιος κύριος καθηγητής και ο τρομακτικός, ανέστιος παρίας, και το αρτοπωλείο με τη χυδαία χρυσή επιγραφή και το βιβλιοπωλείο με το ρηχό βιβλιοπώλη, και το μικρό μπακάλικο και η επιβλητική τράπεζα, και η ομοιάζουσα με αποσυρθείσα ηθοποιό κυρία και τα παιδιά που παίζουν, και η στάση στην κυρία Έμπι, όπου θα γευματίσει ο περιπατητής, και το δάσος που θα διαβεί, και πάει λέγοντας…

untitled

Το ασήμαντο και το ταπεινό εδώ, δεν είναι πια ένα στοίχημα, ούτε απονενοημένη απάντηση σε υπαρξιακά διλήμματα. Το νεανικό πείσμα έχει εκλείψει, ο συγγραφέας-περιπατητής έχει διανύσει και δρόμο και σελίδες. Το ασήμαντο και το ταπεινό εδώ περιβάλλονται περιεχόμενο και αίγλη, εγγυώνται αυθεντικότητα, αντιδιαστέλλονται με την όποια «χυδαία επίδειξη» ή με οτιδήποτε κι αν είναι αυτό που μπορεί να ενδύεται «λάμψη και θάμβος» ή να «μεγαλοπιάνεται αρρωστημένα». Το ασήμαντο και το ταπεινό εδώ επιβάλλονται σαν μοναδικοί, ανθεκτικοί και πλούσιοι σε περιεχόμενο όροι γνησιότητας, σαν πολύτιμα και παραγνωρισμένα τρόπαια της συγγραφικής ματιάς. Η κομψή, λιτή και διαυγής πρόζα του Βάλζερ αποδίδει ανάλαφρα τις μικρές ή μεγαλύτερες σκηνές (για γραφή που «θυμίζει πίνακα φλαμανδικής νεκρής φύσης» κάνει λόγο στο εισαγωγικό σημείωμα η μεταφράστρια[iv]), εμπλουτίζοντας πάντα τη σύνθεση της εικόνας με την παράμετρο του διψασμένου για ομορφιά, τρυφερού βλέμματος. Ενός ρομαντικού, φύσει και θέσει, βλέμματος, που στα κραυγαλέα και πομπώδη σημεία των νέων καιρών διαβάζει την εκκωφαντική επέλαση της ανοησίας, διαβάζει την απώλεια της μετριοπάθειας, μαζί και της απλότητας – συστατικής ιδιότητας της ομορφιάς. Παρ’ όλο, ωστόσο, το ρομαντικό βλέμμα, το βαλζερικό αίτημα για απλότητα δεν καταλήγει να κοιτά προς τα πίσω, αντιθέτως, στρέφεται ολόισια μπροστά, καθώς αυτό στο οποίο ανθίσταται είναι το μεγάλο θέμα και το μεγάλο ύφος, αυτό το οποίο δε θέλει να χάσει από τον ορίζοντά του είναι το μικρό και το ελάχιστο, είναι το παραγνωρισμένο και το ταπεινό, και είναι πάντα και η απλότητα σαν μέγιστο επιχείρημα της φόρμας. Εξ’ ου και το εν λόγω βλέμμα προκύπτει μοντερνιστικό κι επ’ ουδενί οπισθοδρομικό, πολλώ μάλλον που καρφί κι εδώ στο μάτι του είναι η υπονομευτική λειτουργία της ειρωνείας.

Πανταχού παρούσα, κρυφή ή κατά τόπους, εδώ, πιο φανερή. Στόχος της, εννοείται, δεν είναι η ομορφιά, ούτε το βλέμμα που την αποζητά. Η ομορφιά παραμένει η μοναδική διαθέσιμη κατάφαση και το βλέμμα δικαιολογημένο αναζητά εκεί την παρηγοριά, το βλέμμα δικαιολογημένο την αναδεικνύει και τη μεταφέρει με ανάλαφρη διάθεση στην πρόζα. Η εύχαρις και ανάλαφρη, ωστόσο, αυτή διάθεση είναι ο ευγενικός και έκδηλος τρόπος της βαλζερικής ασκητικής να μετουσιώνει τη βαθιά της αγωνία. Είναι η στωική και ταπεινή απάντηση στην υποχθόνια κραυγή που ωρύεται στον πυρήνα. Είναι η συγγραφική χειρονομία, που δοκιμάζει τη δική της αντοχή, περιγελώντας κόσμια, τύποις ακίνδυνα  το καταγωγικό της απεγνωσμένο σφιχταγκάλιασμα με τη ματαιοπονία.

Στην κόψη αυτή -στο πλαίσιο του περιπάτου, υπό το άχθος μιας σελίδας λευκής, και πίσω απ΄ αυτήν μιας αγωνίας άλυτης πλην όμως εγνωσμένης- η λεπταίσθητη ειρωνεία μπορεί να χορεύει ανάλαφρα, μπορεί να εκθέτει τον εαυτό της σε περιστάσεις «δύσκολες», όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στη στάση του περιπατητή στην εφορία (σελ:169-187- όπου ο συγγραφέας διαμαρτυρόμενος ευγενικά για τις εις βάρος του φορολογικές αυξήσεις, εξηγεί στον «κύριο προϊστάμενο ή εκτιμητή» τα της ιδιαίτερης φύσης του επαγγέλματός του), ή όπως προκύπτει τελικά (και τελειωτικά) από την αλλαγή του τόνου στις λίγες σελίδες πριν το τέλος. Για να καταλάβουμε και αναδρομικά πως ο κύριος συγγραφέας «αριστοκράτης αλήτης, εκλεπτυσμένος πλάνητας και χασομέρης, ή … αργόσχολος και αλάνης» κι εξάπαντος «ευαίσθητος και ονειροπόλος» είναι, πάνω απ’ όλα, αυτός που αυτοσχεδιάζει στο κενό. Και στήνει το χορό του, κυρίως, γύρω από τη δική του τη σορό.


[i] Ο Ρόμπερτ Βάλζερ αποτελεί κεντρική επιρροή για τον Ενρίκε Βίλα Μάτας, κάτι που ο ίδιος αναγνωρίζει και αναδεικνύει στα περισσότερα βιβλία του. Ωστόσο το βιβλίο όπου σχεδόν ανάγει τον Βάλζερ σε μυθιστορηματικό ήρωα, και στην ουσία τον προσεγγίζει σαν μια πολύ καίρια στιγμή της μοντερνιστικής συνείδησης, είναι ο Δόκτωρ Πασαβέντο (μτφρ: Ναννά Παπανικολάου, Καστανιώτης, 2008).
[ii] Φανταστικοί Θάνατοι, Μισέλ Σνεντέρ, μτφρ: Γιάννης Στρίγκος, Καστανιώτης, 2005
[iii] The New York Review of Books, The Genius of Robert Walzer, J.M.Coetzee
[iv] Εξαιρετική και η μετάφραση και το εισαγωγικό σημείωμα, σε μια δίγλωσση έκδοση-μικρό κόσμημα.
Δημοσιεύτηκε στην Book Press στις 17/12/12
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: