ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ

Ιανουαρίου 8, 2012

ΝΤΑΒΙΝΤ ΓΚΡΟΣΜΑΝ

μτφρ: Λουίζα Μιζάν

ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, 2011

Πώς διηγείται κανείς μια ολόκληρη ζωή… χωρίς να σκορπίσει στους χίλιους ανέμους; Πώς κινείται μέσα στις αχανείς εκτάσεις του μνημονικού για να σταματήσει στις στιγμές και να ανασύρει τις χειρονομίες, τα λόγια, τις σιωπές, τα πρόσωπα; Πώς μιλά για μια οικογένεια που ζει σε μια χώρα, και πώς μπορεί να διηγηθεί το φόβο και τη βία, αυτή τη βία που διαπερνά το οικογενειακό και ιδιωτικό άδυτο και ασκεί βία στους εσώτατους πυρήνες; Και τελικά πώς διηγείται κανείς μια ιστορία, αυτή την ίδια παλιά ιστορία, για μια χώρα, αυτή τη χώρα με τη σιδερένια μπότα… που πάλι προσγείωσε βροντερά το πόδι της σ’ ένα μέρος όπου απαγορεύεται σε μια χώρα να βρίσκεται; Πόσο κανείς να φωνάξει πού δεν επιτρέπεται σε μια χώρα να βρίσκεται;

Ερωτήσεις που επανέρχονται διαρκώς στον προβληματισμό του συγγραφέα δια μέσου των ηρώων του, κυρίως για να μη ξεχνάμε ότι βρίσκονται στον πυρήνα του συγγραφικού εγχειρήματος, γιατί επί της ουσίας και από τις πρώτες σελίδες είναι παραπάνω από εμφανές ότι ο Γκρόσμαν ξέρει ακριβώς τον τρόπο να αιχμαλωτίσει την Ανθρώπινη Φωνή[i], αυτή που θα αρθρώσει το ιδιωτικό άδυτο και θα αγωνιστεί να το διαφυλάξει από την ανεπίτρεπτη «αδιακρισία» της βίας. Στην αναζήτηση γι’ αυτή την ανθρώπινη φωνή θα χτίσει δύο αξιομνημόνευτους ήρωες, την Όρα και τον Άβραμ, θα διατρέξει, μέσω της δικής τους ιστορίας, την ιστορία του Ισραήλ από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών μέχρι και σήμερα, και ακόμα θα πετύχει μια φορτισμένη και γοητευτική σύζευξη της παντογνωσίας και αμεροληψίας της συγγραφικής φωνής με την υποκειμενικότητα, την ιδιοσυστασία, την προφορικότητα και τον εσωτερικό μονόλογο των ηρώων του.

Από την αρχή είναι η Όρα και ο Άβραμ, και στο τέλος είναι πάλι αυτοί, μόνο που στο μεταξύ είναι όλη τους σχεδόν η ζωή. Καθώς παρεμβάλλεται ένας πάντα απών ωσεί παρών Ίλαν, επιστήθιος φίλος του Άβραμ και άντρας της Όρα, και ως εκ τούτου παρεμβάλλεται όλη η οικογενειακή ιστορία της Όρα: ο Ίλαν, αυτή και οι δυο τους γιοι, ο Άνταμ και ο Όφερ. Όταν ο Όφερ θα φύγει για μια στρατιωτική επιχείρηση, η Όρα θα επιχειρήσει μια απελπισμένη φυγή από το ενδεχόμενο των κακών μαντάτων, συνειδητοποιώντας πως μπορεί να είναι λίγο τρελή αυτή τη στιγμή, αλλά στη διαμάχη ανάμεσα στους μαντατοφόρους και αυτήν πρέπει να πάει μέχρι τέλους, σώμα με σώμα, για τον Όφερ, για να μην αισθανθεί αργότερα πως παραδόθηκε άνευ όρων, γι΄ αυτό , όταν θα έρθουν να της το πουν δεν θα είναι εδώ, δεν θα είναι… Ξέρει πως δεν έχει καμιά ελπίδα και ξέρει πως η είδηση τελικά θα την βρει, γιατί που θα φτάσουμε αν κι άλλες οικογένειες υιοθετήσουν την ιδέα και αρνηθούν να λάβουν από το στρατό την είδηση του θανάτου των αγαπημένων τους;… τουλάχιστον όμως θα πολεμήσει μερικές μέρες, όχι πολλές, είκοσι οχτώ μέρες, λιγότερο από μήνα, έχει τη δυνατότητα να το κάνει, και στην πραγματικότητα είναι το μόνο που μπορεί να κάνει, μόνο αυτό είναι μέσα στις δυνατότητές της. Στη φυγή της συμπαρασύρει και τον Άβραμ, γιατί μέσα στις δυνατότητές της είναι ακόμα και μια άλλη: να κρατά ζωντανό και ασφαλή τον Όφερ με τις αφηγήσεις της, να αφηγείται τον Όφερ στον Άβραμ, να τα συμπεριλάβει όλα και να μην ξεχάσει τίποτα, τίποτα από την αγάπη που έδωσε και από την αγάπη που πήρε, τίποτα από το φόβο που ματαιοπονώντας προσπαθούσε για χρόνια να κρατά μακριά από το οικογενειακό άβατο. Διασχίζοντας με τον Άβραμ και δυο σακίδια τη γη της Γαλιλαίας, και πάντα μόνο μπροστά, μέχρι το τέλος της γης, αποφεύγοντας πάση θυσία τη συνάντηση με την τρέχουσα ειδησεογραφία, θα επιχειρήσει την ανασύνθεση μιας ζωής, μιας οικογενειακής ιστορίας, όχι μόνο σαν απέλπιδα ματαιοπονία, ούτε μόνο σαν ξόρκι ή πρωθύστερο πένθος, αλλά και σαν προσφορά στον τραυματισμένο και ματαιωμένο Άβραμ, αφού η δική της ιστορία είναι, όπως καταλαβαίνουμε σταδιακά, εν πολλοίς και δική του.

Της ιστορίας αγάπης που αφηγείται η Όρα, το κέντρο καταλαμβάνει μια ιστορία μοναξιάς: αυτή του δικού της λόγου έναντι της λογικής της σιδερένιας μπότας, έναντι αυτού του είδους της σοφίας, της εκνευριστικής αντρικής σοφίας του αρπακτικού, που έκανε την Όρα να βράζει μέσα της, μια χαρά είχαν φορέσει και οι τρεις τις πανοπλίες τους, και μόνο η Όρα περιφερόταν γυμνή ανάμεσά τους σαν κοριτσάκι. Και δεδομένης της μπότας που έχει ρίξει τη σκιά της στην αρχετυπικότερη και πιο αδιασάλευτη σχέση (αυτή της μάνας και του παιδιού της), η ματαιωμένη εμβέλεια και το τραγικό άτοπο του μητρικού ενωτικού λόγου και κυρίως η συνακόλουθη και αυτονόητη πρόσδεση του αντιπολεμικού λόγου στο λόγο της γυναίκας-μάνας, γίνεται εδώ ο τρόπος του Γκρόσμαν να αιχμαλωτίσει τα μύχια της Ανθρώπινης Φωνής και τα μύχια της ανθρώπινης ανάγκης, τα μύχια του φόβου και τα μύχια της αγάπης. Γίνεται ο τρόπος του να παρακάμψει για λίγο (ακριβώς όπως η Όρα δραπετεύει από την ειδησεογραφία) το ζόφο και το θόρυβο από τις εκκωφαντικές και άτρωτες ιαχές της επικράτειας του εμπόλεμου παρόντος. Και να δικαιώσει έτσι αυτή τη ματαιοπονία, που είναι το άρρητο και τόσο αδύναμο –υπό τις παρούσες συνθήκες- επιχείρημα της ζωής και της αγάπης. Η ενσάρκωση της ζωτικής αυτής ματαιοπονίας στο λόγο της Όρα σαν ψυχολογική καταβύθιση στα άδυτα της γυναικείας ευαισθησίας, είναι ό,τι ακριβώς τροφοδοτεί τον αντιπολεμικό λόγο με αναμμένο, πυρακτωμένο κάρβουνο, απομακρύνοντάς τον από το επίπεδο της όποιας ρητορείας και αποδίδοντάς του όλο το βουβό και σπαρακτικό του περιεχόμενο.

Ενώ η μορφή της Όρα προκύπτει συγκινητική, σημαίνουσα και εμβληματική, αφού ο λόγος είναι κατά βάση δικός της, όσο κι αν το τρίτο πρόσωπο είναι από την αρχή η σταθερά του αφηγητή. Το τρίτο πρόσωπο και η πανοραμική οπτική γωνία είναι οι συμβάσεις ενός τρυφερού και διακριτικά συμπάσχοντος αφηγητή που έχει άρει την ειρωνική του διάθεση, αφού οι ήρωές του παραείναι τραγικοί για να τους ειρωνευτεί οποιοσδήποτε άλλος εκτός από τους ίδιους. Είναι ο αφηγητής που το ατού της πανοραμικής του γωνίας θα το εκμεταλλευτεί διερχόμενος όλα τα επίπεδα πράξης, λόγου, σκέψης, συνείδησης των ηρώων του, μέχρι ν’ αγγίξει τις καλά κρυμμένες, λησμονημένες και από τους ίδιους γωνιές. Είναι ο αφηγητής που προκειμένου να το πράξει θα ενδύεται το λόγο των ηρώων του και θα ενσωματώνει στην καθαρά αφηγηματική του αποστολή τη δική τους φωνή. Είναι η αφηγηματική φωνή που είναι εδώ για να παρακολουθήσει όχι μόνο τι λένε τα λόγια που βιάζονται να εξηγηθούν, ούτε μόνο τι οι παύσεις και οι σιωπές διστάζουν να εκφράσουν, αλλά ακόμα και τι λένε τα μάτια, τι λένε στα παρασκήνια τα εσωτερικά σκιρτήματα ενόσω τα λόγια σε πρώτο πλάνο πάντα λένε, πόσα είναι εκείνα που ανακαλούν τα λόγια και πόσα από αυτά τελικά δεν θα ειπωθούν, πόσα είναι τέλος εκείνα που ενορχηστρώνουν την εσωτερική φωνή. Έτσι πολυμορφικός και χαμαιλεοντικός ο λόγος του αφηγητή, χυμένος σε ένα ρέον κείμενο με ευρύχωρες προτάσεις, ενσωματωμένους διάλογους, εσωτερικούς και αφηγημένους μονολόγους, χωρίς σημεία παράθεσης ή σαφείς ενδείξεις μετάβασης από το δικό του στο λόγο της Όρα ή του Άβραμ, εξασφαλίζει και ενδελεχή θέαση, αλλά κυρίως διατηρεί παντού ενεργό και αμετάπτωτο το συγκινησιακό του φορτίο.

Μια πορεία στο χώρο και μια πορεία στο χρόνο, ένα πρωθύστερο πένθος και δύο χώροι διακριτοί: αυτός της έξω σκληρής εμπόλεμης συνθήκης και αυτός της μέσα ιδιωτικής, εκείνης της περιοχής όπου απαγορεύεται σε μια χώρα να βρίσκεται… Μια γυναίκα που διασχίζει τη χώρα και μια αφηγηματική κίνηση που ακολουθώντας πιστά τη δραματουργική, θα γυρίσει ακριβώς όπως η ηρωίδα της την πλάτη στην επικαιρότητα για να απομονώσει και να αφουγκραστεί το διαχρονικό, διασφαλίζοντας από τη θέση αυτή την ιδανικότερη θέα του δηλητηριώδους αγγίγματος της εμπόλεμης πραγματικότητας πάνω στην πάλλουσα ύλη της ζωής. Και όλα αυτά που συνθέτουν τη πολύτιμη αυτή ύλη –η οικογένεια, ο έρωτας, η φιλία, η αδελφική αγάπη, η γονεϊκή αγάπη, και ακόμα η σχέση με τον εμπόλεμο Άλλο- δε θα ειδωθούν μόνο υπό το πρίσμα της εγγενούς πολυπλοκότητας και αντιφατικότητάς τους (λεπτολόγος και οξυδερκής ο Γκρόσμαν ως προς την ψυχολογική εξερεύνηση μυθιστορηματικών χαρακτήρων), αλλά και από ένα επιπλέον: υπό το πρίσμα της προδιαγεγραμμένης τους αναμέτρησης με τη περιβάλλουσα απάνθρωπη συνθήκη. Η κίνηση της Όρα, όπως και η κίνηση της αφήγησης, μπορεί εν γνώσει τους να ματαιοπονούν από την αρχή, αλλά αυτό τις κάνει απλώς ακόμα πιο δραστικές. Όπως δραστικός γίνεται και ο στερούμενος πολιτικολογίας λόγος ενός πολιτικού συγγραφέα – στρατευμένου στην εξεύρεση ειρηνευτικής λύσης, αν και θύμα του πολέμου και ο ίδιος[ii], που επιμένει να υπερασπίζεται με την τέχνη του τις αξίες ενός βαθύτατου ανθρωπισμού. Γιατί τελικά αυτή θα είναι η ισχύς μια τέτοιας ιστορίας, οι άνθρωποι να καταφέρνουν με κάθε τρόπο να διαφυλάξουν τα…

 

Σε εξαιρετική μετάφραση και με τη χροιά του κλασικού, ένα συγκινητικό μεγάλο βιβλίο.


[i] Το μονόπρακτο του Κοκτώ πέφτει επανειλημμένα στο τραπέζι της αφήγησης σαν κομβικό δάνειο και ζητούμενο: η συμπύκνωση της εσωτερικότητας που εκβάλλει στη φωνή, η φωνή σαν διάκενο μεταξύ προφορικής έκφρασης και εσωτερικότητας, αυτή που μαρτυρά πάντα πολλά περισσότερα απ’ όσα μπορούν τα λόγια. Νομίζω πως θα είναι ένα έργο για φωνές, ένα από τα πρώτα που δηλώνει ο νεαρός Άβραμ στην Όρα, και μαζί και ο συγγραφέας σαν υπόθεση εργασίας. Πάνω απ’ όλα αγαπώ τις φωνές των ανθρώπων. Δεν υπάρχει ωραιότερος ήχος στον κόσμο, σωστά;

[ii]  Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του παρόντος, τον Αύγουστο του 2006, ο Γκρόσμαν έχασε τον γιο του Ούρι, λοχία τεθωρακισμένων, που σκοτώθηκε από βλήμα της Χεζμπολάχ στο Νότιο Λίβανο.

Δημοσιεύτηκε στην Book Press στις 17/12/11

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ”

  1. scalidi said

    Υψηλή αναγνωστική απόλαυση… Το διάβασα το καλοκαίρι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: