Μικρές σκηνές από τα έργα και τις ημέρες των αδελφών Γκλας και άλλες ιστορίες…

Μαρτίου 23, 2011

 

 

ΤΖ. ΝΤ.  ΣΑΛΙΝΤΖΕΡ

 

ΨΗΛΗ ΣΗΚΩΣΤΕ ΣΤΕΓΗ, ΞΥΛΟΥΡΓΟΙ

ΣΙΜΟΡ, ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

μτφρ.: ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΟΡΤΩ

και

ΕΝΝΕΑ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

μτφρ.: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

 

H ηχηρή του σιωπή και η απουσία, όχι μόνο από τη σκηνή της αναγνωρισιμότητας και της διασημότητας, αλλά κι από την ίδια τη συγγραφική παλαίστρα, συνιστούν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της μυθολογίας του.  Τέτοιο, που η απουσία να μετουσιώνεται σε αδιάλειπτη παρουσία στο γραπτό, σε μαύρη τρύπα που ρουφά και εκλύει ενέργεια, αφού δεν γίνεται να μη διαρρηγνύει τις αράδες, ειδικά που υπογραμμίζεται συνεχώς και από την ίδια την υλική υπόσταση του κειμένου -ο απαράβατος για τους εντολοδόχους όρος: καμία εισαγωγή, τίποτα στο αφτί, τίποτα στο εξώφυλλο, ούτε για τον συγγραφέα. Τίποτα. Με όλους τους τρόπους να ειπωθεί ότι τα προϊδεασμένα μυαλά δεν αποτελούν τους ιδανικούς αναγνώστες του παρόντος.

Και σίγουρα… εύκολα ευτελίζει κανείς τα πράγματα που αγαπάει. Συνηθέστερα, ενδίδοντας στον πειρασμό να μιλήσει γι’ αυτά… Η ανθρώπινη φωνή συνωμοτεί προκειμένου να βεβηλώσει οτιδήποτε στον κόσμο, όπως σημειώνει ο Σίμορ Γκλας στο ημερολόγιό του, και ακόμα Θα τους έβαζα να ξεράσουν κάθε μπουκιά από το μήλο που οι γονείς τους και οι άλλοι τους είχαν αναγκάσει να δαγκώσουν, όπως διακηρύσσει ο δεκάχρονος χαρισματικός ή διαταραγμένος Τέντυ της ομώνυμης από τις Εννέα ιστορίες. Όμως αλίμονο, τα προϊδεασμένα μυαλά και αναμασούν το μήλο και -κακά τα ψέματα- είναι εξ’ ορισμού τα πιο ενδοτικά…

Έτσι κι αλλιώς, στην μετά το μήλο κατάσταση τοποθετείται αναγκαστικά και η οποιαδήποτε αφετηρία. Και του συγγραφέα, εξυπακούεται και των αναγνωστών του, αλλά κυρίως των ηρώων του: δεν υπάρχει ούτε ένας απ’ αυτούς που δεν το ‘χει δαγκώσει για τα καλά (πραγματικά πολύ μήλο, λαίμαργες, ζουμερές, χορταστικές μπουκιές), αλλά και κανένας που να μην παλεύει να το ξεράσει, ή τουλάχιστον (αφού παρένθετα και ταπεινά ο Σάλιντζερ καταφάσκει την ταπεινότητα), να μην το κατεβάσει αμάσητο.

 

 

Πρώτη έκδοση του Φύλακα: Little Brown and Company, Boston, 1951

Σαν γνώριμος παλιός λοιπόν, που επανακάμπτει μετά από χρόνια, προκλητικός απέναντι στο βλέμμα που ψάχνει για ρυτίδες ή ψάχνει να μετρήσει τη δική του απόσταση απ’ αυτόν, οι δύο καινούργιες μεταφράσεις των εννέα συν δύο μικρών ή μεγαλύτερων ιστοριών. Μεταφράσεις -που  να το πούμε από τώρα- λαμβάνουν θέση τιμητική στο πάνθεο των ευτυχισμένων, σχεδόν καρμικών συναντήσεων του Σάλιντζερ με τα ελληνικά. Ενώ το βλέμμα, που ψάχνει τις ρυτίδες (σαφώς το υποψιάζεται: κυρίως τις δικές του αφού έχει το ίδιο μεγαλώσει) και νοιάζεται να δει πώς θα διαβάσει τώρα την γραφή που ενδύθηκε την αργκό -σωματική, ψυχική και γλωσσική- της εφηβείας και ταλαντεύτηκε στην οργισμένη και ιλιγγιώδη στιγμή μπρος στο κατώφλι της ενηλικίωσης, προκαλώντας συναισθηματική κυρίως ταύτιση (τότε – το βλέμμα αναπολεί), σταδιακά ανασκουμπώνεται, επαναδιαπραγματεύεται, αλλά πάντως -όσο επιτρέπεται- ησυχάζει: ο χρόνος δεν έχει περάσει και το ίδιο δεν έχει μεγαλώσει ίσως τόσο. Η ιλιγγιώδης στιγμή είναι ακόμα εδώ και πιθανώς να μην σταματήσει να είναι, καθόσον ανάγεται στη σχέση με το μήλο.

Στους ακραιφνείς και ευσυνείδητους μηλοφάγους ήρωές του εμβληματική θέση κατέχουν και όλα τα μέλη της αχανούς οικογένειας Γκλας, για τον βίο και την πολιτεία της οποίας οι αναγνώστες του Σάλιντζερ θα ζητούν πάντα περισσότερα. Θα εύχονταν οπωσδήποτε να ίσχυαν οι φήμες που ήθελαν τον συγγραφέα να κρατά ιστορίες στο μπαούλο του, με την προϋπόθεση ότι συνέχισε να γράφει και μετά το ’65.  Αντί γι’ αυτό, αρκούμαστε σε κάποιες λίγες ιστορίες εξαιρετικής συμπύκνωσης και ζωντάνιας, σχεδόν θεατρικής απόδοσης, στις οποίες δίνονται, ειρήσθω εν παρόδω, τα βασικά κομμάτια του βιογραφικού παζλ μιας οικογενειακής παραλίγο σάγκας, και οι οποίες κατέχουν σημαίνουσα θέση στο μικρό και μυθικό πια corpus των γραπτών αυτού του Φύλακα της Αποσιώπησης. Καθώς σε αυτές, και ακριβώς μέσα από το αδιάκοπο πηγαινέλα μεταξύ καταγραφής και αποσιώπησης, μεταξύ εμφάνισης και απόσυρσης (μέσα στ’ άλλα και του αυτοβιογραφικού ίχνους ευφυώς καλυμμένου πίσω από τη συγγραφική του πραγμάτωση), ο Σάλιντζερ καταθέτει τόσο το συγγραφικό, όσο και το ηθικό του πιστεύω. Με άλλα λόγια, ό,τι ο συγγραφέας Σάλιντζερ κρίνει ότι χρειάζεται να ξέρουμε για τον συγγραφέα Σάλιντζερ, θα το βρούμε εδώ.

Έτσι, καθόλου τυχαίο που στην πρώτη επί σκηνής εμφάνιση της εκκεντρικής αυτής οικογένειας (στα Μπανανόψαρα, δημοσιευμένα στο Νew Yorker το ’48), ο Σίμορ Γκλας, πρωτότοκος γιός και αδιαφιλονίκητος πνευματικός καθοδηγητής όλων των υπολοίπων, θα κάνει την εμφάνισή του ακριβώς μετά από ένα λογοπαίγνιο, για ν’ αποχωρήσει με μια ξερή εκπυρσοκρότηση από τη σκηνή λίγες σελίδες παρακάτω: see more glass θα επαναλαμβάνει αινιγματικά η μικρή Σύμπιλ πριν τρέξει να τον βρει στην παραλία, και θα ‘λεγε κανείς, πως η μελλοντική βουλιμική απαίτηση των αναγνωστών έχει προοικονομηθεί και απαντηθεί άμα τη εμφανίσει. Έχουν ακόμα προδιαγραφεί και οι όροι: η λογική του παιγνίου ορίζεται εξ’ αρχής κεντρική, ενώ στη διαφάνεια του γυαλιού φευγαλέα διαγράφεται, έτσι κι αλλιώς, και η αντανάκλαση.

 

 

Καταγόμενα από μιαν εκπληκτικά μακριά και ετερόκλητη παράταξη επαγγελματιών διασκεδαστών, με γονείς που μεσουράνησαν στα θέατρα του βοντβίλ στο πρώτο τέταρτο του αιώνα, τα επτά αδέλφια της οικογένειας Γκλας, δεν είναι ακριβώς τα φιλαράκια της διπλανής πόρτας. Οι βαθιά ριζωμένες θεατρικές καταβολές τούς έχουν καταστήσει αφειδείς βερμπαλιστές και εξηγητές, ακαταπόνητους και ώρες ώρες γοητευτικά αυτάρεσκους και ευφάνταστους επιτηδευματίες του λόγου, που εξασκούν και μοιράζονται ένα είδος απόκρυφης οικογενειακής γλώσσας, ένα είδος σημειωτικής γεωμετρίας, σύμφωνα με το ανάλογο υφολογικό μπρίο του Μπάντυ Γκλας, δεύτερου κατά σειρά τέκνου των Γκλας, συγγραφέα και δηλωμένου αφηγητή των κυριότερων από τις ιστορίες. Εκτός από τον Σίμορ, που στην τελευταία αράδα από τα Μπανανόψαρα θα φυτέψει μια σφαίρα στον δεξιό του κρόταφο και τον Μπάντυ, που κατοικημένος από τη μορφή του αδελφού του θα τον ανασταίνει μέσα από τα γραπτά του, είναι ακόμα και η Μπου Μπου, οι δίδυμοι Ουόλτ και Ουώκερ και βεβαίως τα διάσημα στερνοπούλια, η Φράνυ και ο Ζούι. Στο παρελθόν της οικογένειας κομβική θέση καταλαμβάνει το ραδιοφωνικό πρόγραμμα των Μικρών Σοφών, που όπως εξηγεί ο αφηγητής  Μπάντυ στο Φράνυ και Ζούι, μια διαφορά ηλικίας δεκαοχτώ περίπου χρόνων ανάμεσα στο μεγαλύτερο από τα παιδιά των Γκλας, τον Σίμορ, και το μικρότερο, τη Φράνυ, είχε συντελέσει πολύ σημαντικά στο να επιτραπεί στην οικογένεια να εξασφαλίσει ένα είδος δυναστικής πρωτοκαθεδρίας μπρος στα μικρόφωνα των Μικρών Σοφών, που κράτησε λίγο πάνω από δεκάξι χρόνια – από το 1927 ως αργά το 1943, ένα διάστημα ετών που συνδέει την Εποχή του Τσάρλεστον με την εποχή των Β-17…και τα εφτά παιδιά είχαν καταφέρει να απαντήσουν στον αέρα σ’ έναν τεράστιο αριθμό…θανάσιμα πονηρών ερωτήσεων -που έστελναν οι ακροατές- με μια τόλμη, μια αταραξία που θεωρήθηκε μοναδική στα χρονικά του εμπορικού ραδιοφώνου. Με τις αποσκευές της διασημότητας και του παιδιού-θαύματος, καθένας ξεχωριστά από τους βλαστούς των Γκλας, κάθε άλλο παρά προετοιμασμένος προκύπτει για τον κάλπη κόσμο του Χόλντεν Κώλφηλντ. Πόσω μάλλον που την εκπαίδευση όλων έχουν από νωρίς επωμιστεί κατά κύριο λόγο ο Σίμορ και εν συνεχεία ο Μπάντυ. Μια εκπαίδευση ιδιάζουσα, την οποία ο Μπάντυ απολογητικά συνοψίζει στον Ζούι ως εξής: η εκπαίδευση με οποιοδήποτε όνομα θα ευωδίαζε το ίδιο, ίσως και πολύ περισσότερο, αν δεν άρχιζε καθόλου με μιαν αναζήτηση της γνώσης, αλλά με μιαν αναζήτηση όπως θα το ‘λεγε το Ζεν της μη γνώσης. Κι έτσι πριν οι πρωτότοκοι πνευματικοί ταγοί διδάξουν στους νεοσσούς τους κλασικούς, τους δίδαξαν τους μύστες, αφού: θέλαμε να ξέρετε…τι ήταν ο Ιησούς και ο Γκαουτάμα κι ο Λάο Τσε…προτού μάθετε πάρα πολλά ή οτιδήποτε για τον Όμηρο ή τον Σαίξπηρ, ή έστω και για τον Μπλαίηκ, ή τον Ουίτμαν, άσε πια για τον Τζωρτζ Ουάσινγκτον και την κερασιά του, ή τον ορισμό της χερσονήσου, ή πώς να τεχνολογείς μια πρόταση. Ως εκ τούτου όλα τα αδέλφια εκδηλώνουν μια σαφή ροπή προς τον μυστικισμό, με πιο επιρρεπείς τον Ουώκερ –πρώην περιπλανώμενο καρθουσιανό μοναχό και ρεπόρτερ, νυν μαντρωμένο– και τη Φράνυ, που αν και εκκολαπτόμενη ηθοποιός, στη νουβέλα Ζούι καθηλώνεται μουδιασμένη στη δίνη των αντίρροπων κατευθύνσεων της εκπαίδευσής της. Ο μυστικισμός και οι ανατολικές φιλοσοφίες διαπερνούν μέσω της οικογένειας Γκλας το έργο του Σάλιντζερ, όμως πριν βιαστούμε να κατασκευάσουμε σχήματα, καλό είναι να λάβουμε υπόψη ότι αφενός το new age ήταν άγνωστη ορολογία για την εποχή, αφετέρου ο ίδιος ο συγγραφέας φαντάζει προφητικά συνετός απέναντι στη χρήση του. Παραδέχεται μεν, διά στόματος Μπάντυ, πως η ψεύτικη μύτη μου… βλέπει περιστασιακά προς ανατολάς όταν κάθομαι στη γραφομηχανή, όμως στη μυστικιστική κρίση της Φράνυ στη νουβέλα Ζούι (οπότε και κατά βάση πραγματεύεται το θέμα), θα σπεύσει να δηλώσει: νομίζω… ότι ξέρω τη διαφορά ανάμεσα σε μια μυστική ιστορία και μιαν ιστορία αγάπης. Λέω ότι η παρούσα προσφορά μου δεν είναι καθόλου μυστική ιστορία ούτε θρησκευτικά μυστηριοποιητική ιστορία. Λέω ότι είναι μια σύνθετη ή πολλαπλή ιστορία αγάπης, καθαρή και περιπεπλεγμένη. Οι ματιές του Σάλιντζερ προς Ανατολάς, έχουν σαφέστατο στόχο το δυτικό μήλο, κατά συνέπεια και τις εδραιωμένες και συμπαγείς αφηγήσεις (και πάει λέγοντας μέχρι τον κάλπη κόσμο), όμως σε καμία περίπτωση δεν ζητούν να τις υποκαταστήσουν ή να τις ακυρώσουν, αλλά να φρεσκάρουν τη δραστικότητα εννοιών που, ενώ στις δυτικές αφηγήσεις καταλήγουν να παραδέρνουν αποδυναμωμένες και περιφερειακές, οι μυστικοί τις έχουν τοποθετήσει οριστικά στο κέντρο: ταπεινότητα και αγάπη, τελεία. Οι προς Ανατολάς ματιές εκφράζουν μια καθαρή ηθική αναζήτηση, και είναι σημαντική εδώ η υπενθύμιση ότι και ο συγγραφέας και οι ήρωές του έχουν δαγκώσει και τα σκουλήκια μες στο μήλο, αφού καλούνται να ζήσουν στον εύρωστο νέο κόσμο που προκύπτει την επαύριο του σφαγείου του πολέμου, το οποίο και ο ίδιος και ο Σίμορ Γκλας και άλλοι από τους ήρωές του έχουν διασχίσει. Και πάντως το αφηγηματικό ύφος επιτηδεύεται απ’ άκρου εις άκρον αμετανόητα δυτικοκεντρικό, ενώ στις μυστικιστικές οδούς καιροφυλακτούν διάσπαρτες νάρκες δολοφονικού σαλιντζεριανού χιούμορ. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο μυστικισμός έχει πει στον Σάλιντζερ την τελευταία του λέξη, ένα που δεν θα πρέπει να ξεχνάμε για την οικογένεια των Γκλας (κατά συνέπεια και για τον συγγραφέα που παίζει με την αντανάκλασή του) είναι ότι υπήρξαν διασκεδαστές από τα γεννοφάσκια τους.

 

Το ότι ο Σάλιντζερ έλαβε μέρος στην Απόβαση στη Νορμανδία, είναι από τα ελάχιστα γνωστά βιογραφικά στοιχεία. Το ότι επέδειξε ηρωϊσμό, επίσης…

Η νουβέλα Ζούι (από το Φράνυ και Ζούι, δημοσιευμένο το 1961) μαζί με το Σίμορ, συστατικά στοιχεία (1963) αποτελούν βασικά καταστατικά κείμενα για την βιβλιογραφία των Γκλας και την εργογραφία του Σάλιντζερ. Η οικογένεια Γκλας μπαινοβγαίνει και σε μερικές ακόμα ιστορίες, μετά τα Μπανανόψαρα και μέχρι το ’61*. Σε τουλάχιστον άλλες δύο από τις Εννέα: Στο Ο θείος Βίγλης στο Κονέκτικατ, όπου δυο φίλες αναπολούν τα φοιτητικά τους χρόνια από τη θέση ενός αποξενωτικού παρόντος. Η φρεσκάδα των νεανικών χρόνων συμβολοποιείται για την Ελοΐζ στο πρόσωπο του τότε φίλου της με το τρελό χιούμορ, τον Ουόλτ, που μαθαίνουμε ότι έχει σκοτωθεί προ πολλού σε ένα περίεργο ατύχημα. Είναι βεβαίως ο ένας εκ των διδύμων Γκλας, για το ατύχημα του οποίου ο συγγραφέας έχει σκορπίσει πληροφορίες και αλλού. Ενώ στο Κάτω στη Βάρκα η υπομονετική και ευφάνταστη μητέρα που αυτοσχεδιάζει ξεκλειδώνοντας την καρδιά του πιτσιρικά της, δεν είναι άλλη από την Μπου Μπου Γκλας, νυν Τάνενμπαουμ. Εν αντιθέσει λοιπόν με την Ελοΐζ του Θείου Βίγλη, που θρηνεί τη χαμένη δική της παιδικότητα την ίδια στιγμή που κατακεραυνώνει το φαντασιακό σύμπαν της μικρής της κόρης, ένα από τα μεγάλα χαρίσματα των Γκλας είναι ότι βρίσκουν πάντα τον δρόμο τους στις αυθάδικες, αναπάντεχες και δαιδαλώδεις διαδρομές των παιδικών μυαλών. Ο φαντασιακός χώρος των παιδιών δεν κινδυνεύει να γίνει terra incognita γι΄ αυτούς, και σαν τυπικοί σαλιντζεριανοί ήρωες θα μπορούν πάντα να συνομιλούν με τα παιδιά, να διεξάγουν, για την ακρίβεια, τις πιο καυτές και ενδιαφέρουσες συζητήσεις μαζί τους. Έτσι και η Μπου Μπου Γκλας με τον μικρό γιο της εδώ, έτσι κι ο τριαντάχρονος Σίμορ με τη μικρή Σύμπιλ στα Μπανανόψαρα, και ακόμα έτσι κι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής στο χαμηλόφωνο και συνταρακτικό Για την Εσμέ, με φρικωδία και αγάπη. Ακόμα κι αν ο αφηγητής της Εσμέ δεν είναι δηλωμένα Γκλας, κάλλιστα θα μπορούσε να είναι ή ο Μπάντυ ή ο Σίμορ ή κι ο Τζέυ Ντι αυτοπροσώπως, αν όχι όλοι μαζί. Ο αφηγητής του Σάλιντζερ, σπανίως εξοκέλλει από το βεληνεκές των Γκλας, ακόμα κι αν δεν βροντοφωνάζει ότι είναι ο Μπάντυ. Ο Μπάντυ εξάλλου στο Σίμορ, συστατικά στοιχεία θα παραδεχτεί τη συγγραφική πατρότητα μόνο των Μπανανόψαρων, της Στέγης και του παρόντος, αλλά επίσης και του Φύλακα, αλλά και του Τέντυ, τελευταίας από τις Εννέα Ιστορίες. Στο ίδιο, θα συσκοτίσει την ομοιότητα του Σίμορ με τον Χόλντεν Κώλφηλντ, αλλά θα αποφύγει να το ξεκαθαρίσει και για τον Τέντυ. Παρομοίως και στο Φράνυ και Ζούι, όπου το παραπλανητικό κρυφτό του πίσω από το τρίτο πρόσωπο ξέρει και ο ίδιος πως δε θα παραπλανήσει κανέναν. Οι καταβολές δύσκολα φιμώνονται, και του Μπάντυ είναι -υπενθυμίζω- θεατρικές.

 

 

Το γεγονός βεβαίως ότι πολλές από τις ιστορίες διαβάζονται και σαν μικρά, ολοζώντανα και ανεβασμένα μπροστά στα μάτια μας θεατρικά μονόπρακτα ή δίπρακτα δεν πιστοποιεί απαραίτητα και την παρεμβολή του Μπάντυ στην αφήγηση. Πιστοποιεί σαφέστατα τη δαιμονική και χιλιοτραγουδισμένη μαεστρία του Σάλιντζερ στον διάλογο (που με τη συνδρομή καίριων σκηνοθετικών οδηγιών δεν αφήνει βλέμμα, σύσπαση, κίνηση ή σιωπή να πέσει κάτω), αλλά πάντως όχι επαρκώς την υπόγεια και εξ απαλών ονύχων διαπλοκή της σαλιντζεριανής πρόζας με το θέατρο. Θα χρειαστεί το ανακλαστικό παιχνίδι με τη φαμίλια των Γκλας και η παρεμβολή του Μπάντυ ως αφηγητή, ζαλωμένου τις οικογενειακές αποσκευές και ζωσμένου τους ενδο-οικογενειακούς του κώδικες, για να καταδειχτoύν η διαπλοκή αυτή και η καίρια λειτουργία της. Και έτσι, αν στο Φράνυ και Ζούι και στη Στέγη και σε κάποιες άλλες από τις ιστορίες, η θεατρικότητα θα ανιχνεύεται κυρίως στο «στήσιμο» και στην απόδοση των σκηνών, είναι στο Σίμορ, συστατικά στοιχεία όπου ο Μπάντυ, απροκάλυπτος πλέον αφηγητής και εξηγητής και επιπλέον αφηγητής με δηλωμένες και τρομερά φορτικές προσωπικές ανάγκες, θα γίνει στην κυριολεξία ο κονφερασιέ του κειμένου του. Οπότε και η αφήγηση θεατρικοποιείται εκ του συστάδην.

 

 

Και αν επιπλέον το Φράνυ και Ζούι, στην καταστατική συνθήκη, συνιστά την κατά Σάλιντζερ ηθική αγωγή, το Σίμορ, συστατικά στοιχεία αναλαμβάνει την αντίστοιχη καλλιτεχνική.  Επιτέλους και η ώρα μετά από τα πολλά για τον Μπάντυ να δρασκελίσει την αυλαία και ενώπιος ενωπίω με το ακροατήριό του να μιλήσει αποκλειστικά για τη φορητή (του) συνείδηση και τον επόπτη φορτίου (του), τον αδελφό του Σίμορ, που, κατά τη γραφή του παρόντος, είναι ήδη δεκαπέντε χρόνια νεκρός. Είναι ακόμα για τον Μπάντυ και για τους λοιπούς Γκλας, ο γαλαζοριγωτός μας μονόκερος, ο μεγαλοφυής μας σύμβουλος… ο ένας και μοναδικός μας ολόκληρος ποιητής… κι ο κάπως διαβόητος «μυστικιστής» και «διαταραγμένος» της φαμίλιας μας… Θα μπορούσα θεωρητικά να παραδεχτώ ότι σπάνια υπήρξε περίοδος κατά την οποία δεν έγραφα γι’ αυτόν, θα παραδεχτεί ο Μπάντυ και περνώντας μπροστά από την αυλαία του κειμένου-αντικειμένου του, και έχοντας πλήρη επίγνωση πως με την κίνησή του αυτή διακυβεύονται τα κεκτημένα και η τιμή των απανταχού νηφάλιων και ανεπηρέαστων αφηγητών, δεν θα  σταματήσει στιγμή να υποδεικνύει και να υπερασπίζεται τα δικαιώματα τού όχι και τόσο νηφάλιου ούτε πειθαρχημένου αφηγητή. Αυτού του αφηγητή που, καθισμένος μπροστά στη γραφομηχανή, θα επιλέξει να μη θυσιάσει δράμι από την προσωπική του ιστορία και τις φορτικές του ανάγκες και θα επιλέξει συνακόλουθα να μη συσκοτίσει στο ελάχιστο πόσο οι καταβολές και η ιδιοσυγκρασία συνιστούν ύφος. Σκόπιμα και πανηγυρικά εδώ ο αφηγητής θα υποσκελίσει το αφηγούμενο, και στη λεπτή διάπυρη γραμμή του υποσκελισμού αυτού θα διακηρύξει τις αρχές του, εκθέτοντας ανελέητα τον εαυτό και τις ανάγκες του, επισημαίνοντας τα παραστρατήματα και την ενδοτικότητά του, προβοκάροντας καίρια και σαρκαστικά την εξιστόρησή του. Δεν θα χαριστεί στο φιλοθεάμον κοινό, αλλά και δεν θα του αποκρύψει καμία από τις πολλές ατασθαλίες – στην πραγματικότητα πριν βγάλει τον όποιο λαγό από το μανίκι του, θα ρίχνει κυρίως σε αυτές το φως των προβολέων: σε όλες τις εξωκειμενικές εκτροπές, στο τρελό όργιο των παρενθετικών σχολίων, στην ακατάσχετη καταστρατήγηση της ροής του κειμένου και τελικά σ’ όλα τα κουσούρια μιας αφήγησης αποφασισμένης να μην αποκρύψει ούτε τις ενοχές, ούτε το συναισθηματικό της σκαμπανέβασμα, ούτε -κυρίως- την ευάλωτη φύση της. Διαθέσιμες για τον αναγνώστη έξοδοι συνεχώς και με επιτηδευμένη αβρότητα θα υποδεικνύονται, ο παρόντας χρόνος και η ψυχολογική κατάσταση του γράφοντος συνεχώς θα παρεμβάλλονται, ενώ στην άγρια, θεία και σκανδαλώδη τυχαιότητα των Δημιουργικών Ωρών είναι που θα χαριστεί τελικά το χειροκρότημα.

Η επιτήδευση του ύφους και η εμφατική ειρωνεία, κυρίως όπου ο Μπάντυ επικαλείται τον αναγνώστη (θεατή-ηδονοβλεψία-και-τόσο-μα-τόσο-για-τον-ίδιο-απαραίτητο) ή όπου στοχεύει στον ίδιο τον αφηγητή, κατά κανόνα αναδιπλώνονται μόνο όταν το θέμα είναι το αφηγούμενο. Αφού το αφηγούμενο είναι ο Σίμορ, και ο Σίμορ είναι ο λαγός από το μανίκι, ο καλλιτέχνης και άρρωστος, ο ολο-δικός του ποιητής, το αδιαπραγμάτευτο και ιερό ιδανικό. Η δαιμόνια σκηνοθετημένη αυτή εναλλαγή του τόνου, ανεβάζοντας στη σκηνή (στην κυριολεξία δραματοποιώντας) όλη την ένταση της σχέσης μεταξύ αφηγητή και αφηγούμενου, θα αποδώσει και την ολισθηρότητα της διαδρομής από τη θέση του συγγραφέα μέχρι τη θέση του καλλιτεχνικού του ιδανικού. Μια τεταμένη σχέση μεταξύ δύο σημείων, που προσωποποιείται, επενδύεται υψηλή συναισθηματική θερμοκρασία και αναδύεται με τον τρόπο αυτό σε πρώτο πλάνο, όχι μόνο σαν κάτι που έτσι κι αλλιώς θα περιγραφεί, αλλά κυρίως σαν κάτι που καίει τα σωθικά.

Το καλλιτεχνικό ιδανικό συμβολοποιείται στον Σίμορ, και οι κατά Σάλιντζερ ορίζουσές του δίνονται στις σελίδες που ο Μπάντυ μιλά για την ποίηση του αδελφού του. Ο Σίμορ, λοιπόν, έγραφε -αιμορραγούσε- χαϊκού, και αυτό δεν είναι απλώς ένα ακόμα προς Ανατολάς νεύμα του συγγραφέα, όσο μια αισθητική αξία ή καλλιτεχνική προσταγή. Στην αυστηρή και χαμηλόφωνη, αισθητική και υπαινικτική συμπύκνωση του χαϊκού, τη συμπύκνωση που ειρωνεύεται το πειρασμό της σαφήνειας, της περιγραφής και της ανάλυσης και συνδιαλέγεται με τη σιωπή και την απουσία, ο Σάλιντζερ διακρίνει το εφαλτήριο πριν από τη βουτιά στο άπειρο, που είναι και η αποστολή-πεμπτουσία όλης της λογοτεχνίας. Το διφορούμενο και το αβέβαιο, που το χαϊκού προστατεύει ως κόρη οφθαλμού, είναι το ίδιο το άπειρο και μαζί και η αενάως αχαρτογράφητη διαδρομή μέχρι τη σπαραχτική αναλαμπή της αλήθειας. Το διφορούμενο και το αβέβαιο, η σιωπή και η απουσία, όλα όσα δεν θα εξιστορηθούν και δεν θα ενσαρκωθούν σκηνικά, είναι οι υποκλίσεις της γραφής στο άπειρο, και περιττό να ειπωθεί πως ο Σάλιντζερ παραχωρεί πολλές. Όχι μόνο τις παρατεταμένες εξω-κειμενικές, αλλά και τις εμφατικές εσω-κειμενικές: όπως στην Εσμέ όπου η φρικωδία δεν θα εξιστορηθεί ή στην Στέγη όπου ο νυμφίος δεν θα εμφανιστεί ή όπου, με τα λόγια του Μπάντυ: το κυρίως πιάτο δεν εμφανιζόταν διά ζώσης πουθενά. Η απουσία του κυρίως πιάτου όμως είναι αυτή που το καθιστά συνταρακτικά παρών, αξέχαστο και αποκαλυπτικό. Γιατί εννοείται πως η τελική αναλαμπή θα είναι αποκαλυπτική, ενσυναισθητική περισσότερο από διανοητική, και εννοείται ακόμα πως ο μυστικισμός επανακάμπτει.

Κάποτε, στο στρατό, ενώ υπέφερα από κάτι που μπορεί να οριστεί ως περιπατητική πλευρίτις για πάνω από ένα τρίμηνο, είχα νιώσει την πρώτη μου αληθινή ανακούφιση, τοποθετώντας ένα απολύτως αθώο στην όψη λυρικό ποίημα του Γουίλιαμ Μπλαίηκ στην τσέπη του στήθους, φορώντας το σαν κατάπλασμα για μια δυο μέρες, ευφυολογεί ο Μπάντυ, εικονοποιώντας και τοποθετώντας το πεδίο υποδοχής της ποιητικής επενέργειας όχι στο μυαλό αλλά στην καρδιά. Στο ίδιο, φυσικά, μήκος και η προτροπή του Σίμορ, σε ένα από τα πολλά γράμματα που του απευθύνει, σχολιάζοντας την τελευταία συγγραφική προσπάθεια του μικρού του αδελφού, όντας πάντα ο πρώτος και επαρκέστερος αναγνώστης**. Η προτροπή του Σίμορ εδώ απευθύνεται στη διανοητική ματαιοδοξία και ευελιξία του Μπάντυ, και του ζητά ούτε λίγο ούτε πολύ να κάνει κράτει με το μήλο: Για το καλό σου, μη με κάνεις περήφανο για ‘σένα…Μακάρι να μη με κρατούσες ποτέ ξύπνιο από περηφάνια. Δωσ’ μου μια ιστορία που να μου προκαλέσει μονάχα μια παράλογη επαγρύπνηση. Κράτα με ξύπνιο ως τις πέντε, μόνο και μόνο γιατί όλα σου τ’ αστέρια φέγγουν, και για κανέναν άλλο λόγο. Και λίγο παρακάτω η υπενθύμιση: Πότε το γράψιμο υπήρξε επάγγελμα για ‘σένα; Ποτέ δεν ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από τη θρησκεία σου. Η ποίηση σαν μαγικό, ιαματικό κατάπλασμα αλλά και παράλογη επαγρύπνηση, ενώ το γράψιμο σαν θρησκεία ή ταπεινή προσευχή που ονειρεύεται την αναλαμπή, κυριευμένο εξολοκλήρου από το όραμα του μύστη. Εξού και το γράψιμο δε υφίσταται χωρίς να αγωνιά για την αναλαμπή, δεν υφίσταται χωρίς να αντιλαμβάνεται και να διεκτραγωδεί την ολισθηρή του φύση και την ανεπάρκειά του, και επιπλέον δεν μπορεί παρά να προσδίδει στην αναζήτηση βιωματική και συναισθηματική φόρτιση εκρηκτική. Εξού και ο συγγραφέας-αφηγητής, εξ ορισμού υπολειπόμενος απέναντι στο ιδανικό, υποχρεωτικά κρατά και υποστηρίζει τον ρόλο του καλού διασκεδαστή-παλιάτσου, τουλάχιστον μέχρι ν’ αξιωθεί πραγματικά να πει: παρακαλώ αυτή είναι η αλήθεια, μην κοιτάτε, μόνο νιώστε την. Και εννοείται πως η διαδρομή φλέγεται, αλλά οι κατά Σάλιντζερ σταθμοί της έχουν πλέον οριστεί: από τον βερμπαλισμό και την αγωνία του παλιάτσου, στην αυθεντική στιγμή και στο όνειρο του μύστη και μετά (μπορεί και πριν, μπορεί και ενδιαμέσως, αλλά σίγουρα μετά), προφανώς, στη σιωπή.

 

 

* Στα ελληνικά, με την έκδοση των παρόντων έχουμε ήδη τις περισσότερες από τις ιστορίες των Γκλας. Το Φράνυ και Ζούι στην έκδοση του Επίκουρου είναι από καιρό εξαντλημένο. Τα παραθέματα εδώ είναι από την έκδοση αυτή, σε μετάφραση Κώστα Αλάτση, και αυτό μέχρι νεωτέρας. Το τελευταίο κείμενο για τους Γκλας είναι το Hapworth 16, 1924, ένα γράμμα που ο επτάχρονος Σίμορ γράφει από την καλοκαιρινή κατασκήνωση στην οικογένειά του. Δημοσιεύτηκε στο Νew Yorker το ’65, και είναι και το τελευταίο κείμενο που εξέδωσε ποτέ ο Σάλιντζερ.

** Τα γράμματα κατέχουν νευραλγικό ρόλο στις βασικές από τις ιστορίες, αφού οι αδελφοί Γκλας δεν έχουν απλώς καταναλώσει βιβλιοθήκες ολόκληρες, όπως και άλλοι από τους ήρωες του Σάλιντζερ, αλλά είναι και τελειωμένοι γραφομανείς: Το Ζούι ανοίγει με τον Ζούι στην μπανιέρα, ενώ διαβάζει με προσήλωση και για πολλοστή φορά ένα παλιό γράμμα του Μπάντυ, ενώ στο Σίμορ ο Μπάντυ θα παραθέσει πολλά από τα γράμματα του Σίμορ προς τον ίδιο. Και γενικότερα ημερολόγια, χαϊκού, σημειώματα, μηνύματα γραμμένα με σαπούνι στον καθρέφτη της τουαλέτας κτλ., δίνουν κανονικά και παίρνουν.

 

Δημοσιεύτηκε στην Book Press στις 26/3/2011

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: