Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ…

Ιανουαρίου 9, 2011

ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΠΕΛΦΑΣΤ

ΣΤΙΟΥΑΡΤ ΝΕΒΙΛ

ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2010

μτφρ: ΒΑΣΙΑ ΤΖΑΝΑΚΑΡΗ

Μπέλφαστ, έτος 2005. Από την αποφράδα Μαύρη Κυριακή του ’72 έχουν παρέλθει τρεις δεκαετίες ταραχών και μόλις επτά χρόνια από την ιστορική συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1998, που άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων του IRA με αντάλλαγμα την παραίτηση από τον ένοπλο αγώνα, και την ισότιμη συμμετοχή των καθολικών στην τοπική κυβέρνηση της Βορείου Ιρλανδίας. Εφτά μόλις χρόνια μιας εύθραυστης ειρήνης ενώ μια δύσκολη ισορροπία είναι σε εξέλιξη, καθώς το πέρασμα στην κοινοβουλευτική συνύπαρξη και πολιτική διευθέτηση των εμφύλιων διαφορών και των ιστορικών τραυμάτων δεν στάθηκε ποτέ απλή υπόθεση, πόσω μάλλον για τη Βόρειο Ιρλανδία και το Μπέλφαστ, πολύπαθο θέατρο αιματηρών συγκρούσεων και πόλη στοιχειωμένη με τα φαντάσματα της Ιστορίας περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στη Δυτική Ευρώπη. Δεν είναι μόνο που τα τείχη αργούν να πέσουν, κυρίως στις καρδιές, είναι ακόμα και ότι η βία ανέκαθεν παρέδιδε τα όπλα τελευταία.

Ο Τζέρι Φέγκαν, πρώην θρυλικός εκτελεστής του IRA  και νυν σαρανταπεντάρης, αποφυλακισθείς, αλκοολικός και ψυχικά καταβεβλημένος, πρωτίστως θα ευχόταν να είχε ήρεμο ύπνο και χέρια καθαρά από αίμα, όμως το παρελθόν, το δικό του και της πόλης του δεν τού το επιτρέπει. Τα τελευταία εφτά χρόνια περιορίζει τα κουρασμένα βήματά του από την παμπ στο σπίτι, προσπαθώντας πάντα να λιποθυμά στο κρεβάτι όσο μεθυσμένος γίνεται, αρκεί να μην ακούει. Γιατί ο Φέγκαν δεν είναι μόνος. Στοιχειώνεται από σκιές που ακολουθούν τα βήματά του και ουρλιάζουν στ’ αυτιά του. Δώδεκα τον αριθμό σκιές παλιών θυμάτων του που, σε πείσμα του ψυχολόγου της φυλακής που τού της ονόμασε ενοχές, ο ίδιος αποκαλεί ακόλουθους. Οι ακόλουθοι με την εκκίνηση της ιστορίας (και δοθείσης μοιραίας αφορμής), αρχίζουν επίσης να ζητούν επιτακτικά εκδίκηση σηκώνοντας το δάκτυλο και υποδεικνύοντας ο καθένας τον βασικό υπαίτιο του θανάτου του. Και ο Φέγκαν, έρμαιο των τύψεων και της ανάγκης για εξιλέωση, στις δώδεκα ενότητες του βιβλίου, θα διαπράξει δώδεκα τον αριθμό φόνους παλιών του συντρόφων, πριν οι σκιές σηκώσουν το δάκτυλο και υποδείξουν και τον ίδιο.

Το σχήμα απλό (θα το ‘λεγες και απλοϊκό) και οπωσδήποτε ξέρουμε από την αρχή τον δολοφόνο. Πιθανόν οι ελπίδες για σασπένς να εξανεμίζονταν εδώ, αν ο Νέβιλ (του οποίου το παρόν αποτελεί και πρώτη συγγραφική εμφάνιση) δεν αποδεικνυόταν ένας καθ’ όλα ικανός χειριστής του είδους. Αφού και μηχανεύεται και παραδίδει τρόπους για να κρατήσει αδιάπτωτη την ένταση του ενδιαφέροντος και της ανάγνωσης σ’ όλη την έκταση των 450 σελίδων. Αφενός βεβαίως συνδέοντας την ενοχική βεντέτα του ήρωά του με τη γενικότερη εικόνα και τις κακοτράχαλες, σκοτεινές και σύνθετες όψεις του κοινωνικοπολιτικού πλαισίου. Καθώς η δολοφονική τροχιά του Φέγκαν απειλώντας να τινάξει στον αέρα όλη την εύθραυστη ισορροπία των ειρηνικών διαπραγματεύσεων και της πολιτικής ομαλότητας θα αποκαλύψει σταδιακά την κάθε άλλο παρά ομαλή, πίσω όψη της πορείας αυτής προς την ειρηνική συνύπαρξη: μια τεταμένη και εύφλεκτη διελκυστίνδα ανάμεσα στην πολιτική και στη βία, ανάμεσα στα καθάρματα της πιάτσας και σε όσους είχαν πιο πολιτική σκέψη, ανάμεσα στους νομιμόφρονες και μετριοπαθείς και στους ενεργούς θύλακες των ακραίων, ανάμεσα σ’ όλους αυτούς που οι ειρηνευτικές διαδικασίες είχαν αφήσει χωρίς δουλειά αλλά και στους καιροσκόπους επιβαίνοντες στο άρμα της πολιτικής κρατώντας ζωντανούς ακόμα τους δεσμούς με την προβοκατόρικη δράση και την παρακρατική βία. Μ’ άλλα λόγια ανάμεσα στις παλιές και στις καινούργιες συνήθειες, στην ενεργή και επικίνδυνη γκρίζα ζώνη ενός κόσμου που κινείται στα όρια της νομιμότητας και αποτυγχάνει να απενεργοποιήσει τους δεσμούς με το βίαιο παρελθόν, και η εικόνα προκύπτει σκοτεινή, απειλητική και πυκνά κατοικημένη από σκιές, φαντάσματα και παλιές σκληρές ιστορίες.

Και δεδομένου του διαταραγμένου και στοιχειωμένου ήρωά του, που αρχίζει να φαντάζει σαν καθαρή συμπύκνωση της ψυχής της πόλης, ο Νέβιλ καταφέρνει ακόμα, να εμβολιάσει εύστοχα τις υποβλητικές φωτοσκιάσεις του θρίλερ, και δη του φανταστικού, στην αμιγώς νουάρ κατά τα άλλα αφήγησή του. Η χορογραφία των σκιών γύρω από τον Φέγκαν που τον οδηγούν σε αναμόχλευση του παρελθόντος υποδεικνύοντάς του τους ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας τους, θα έμοιαζε ξένο σώμα εδώ αν δεν προέκυπτε τόσο λειτουργικά ενταγμένη στη ροή της ιστορίας και οπωσδήποτε ενδεχόμενη (ακόμα κι απαραίτητη) ως οικείος εκφραστικός τόπος ιρλανδέζικης καθολικής φαντασίας. Της ίδιας φαντασίας ζητούμενο όταν όλοι είναι δολοφόνοι, δεν είναι πια ο δολοφόνος, αλλά η τιμωρία και κυρίως το έλεος. Και ο Νέβιλ οδηγώντας τον ήρωά του, αυτή τη βασανισμένη μηχανή θανάτου, θύτη μαζί και θύμα στο δρόμο προς το τελικό λουτρό αίματος, αναρωτιέται αν έχει έρθει η ώρα επιτέλους να δοθεί. Κατάμαυρο και χορταστικό, μια ομολογουμένως εντυπωσιακή πρώτη εμφάνιση.

ΠΑΡΙΣΙ ΜΠΛΟΥΖ

ΜΩΡΙΣ ΑΤΤΙΑ

ΠΟΛΙΣ 2010

μτφρ: ΡΙΤΑ ΚΟΛΑΪΤΗ

Και μια πολυαναμενόμενη τρίτη, το κλείσιμο της τριλογίας, και για την τελευταία υπόκλιση ο Πάκο Μαρτίνεθ. Εκ γενετής διχασμένος, πολλαπλά εξόριστος, για πάντα ενοχικός, κινηματογραφόφιλος,αισθηματίας και μελαγχολικός, παιδί της ζέστης του Νότου, τώρα στην ψύχρα του Βορρά μετρώντας απώλειες και φαντάσματα. Χωρίς την Ιρέν, χωρίς το μπορσαλίνο του, για ακόμα μια φορά σε αποστολή undercover και ως εκ τούτου με αμιγές σέβεντις στυλ, μούσι, μακριά μαλλιά και τζην. Και για ακόμα μια φορά στη θέση ακριβώς όπου θα διασταυρωθούν τα πυρά, καθώς ο ψυχαναλυτής συγγραφέας του λατρεύει να του εντείνει τον διχασμό, ρίχνοντάς τον κατά προτίμηση στο «ανάμεσα»:  ανάμεσα στα πυρά της εξτρεμιστικής OAS και του FLN στο Μαύρο Αλγέρι (ΠΟΛΙΣ, 2008) ο Πάκο να επιμένει στο αστυνομικό του καθήκον ενώ η Ιστορία επελαύνει γύρω του, και ανάμεσα στις αριστερίστικες οργανώσεις και στα συνδικάτα, στο γκωλικό παρακράτος και στην Άκρα Δεξιά, στα παρασκήνια του αναβρασμού καθ΄οδόν προς το Μάη του ’68 (Κόκκινη Μασσαλία, ΠΟΛΙΣ, 2009). Εξάλλου και ο συγγραφέας και ο Πάκο προτιμούσαν πάντα τον Καμύ έναντι του Σάρτρ, και όχι μόνο επειδή ο προτελευταίος ήταν σαν και τους ίδιους ένας pied-noir.

1970 λοιπόν, η θύελλα του Μάη έχει κοπάσει, η τάξη έχει διασφαλιστεί, η Δεξιά πάντα στην εξουσία, η Αριστερά σε προχωρημένη σήψη…και οι φοιτητές πάντα σε αναταραχή, ενώ ο Πάκο όντας δυο χρόνια στο Παρίσι το ‘χει ήδη περπατήσει γειτονιά προς γειτονιά, σινεμά προς σινεμά, όταν δεν σκουριάζει στο αστυνομικό τμήμα της Βενσέν. Έτσι όταν ο λόγος παρουσιαστεί θα ‘ναι στα μέτρα του και θα ‘ναι και καιρός: στο πειραματικό πανεπιστήμιο της Βενσέν, αφενός η μαοϊκή Προλεταριακή Αριστερά ανασυντάσσεται και σχεδιάζει δράσεις και χτυπήματα, αφετέρου ο μηχανικός προβολής στο τμήμα κινηματογραφικών σπουδών θα βρεθεί νεκρός από τσίμπημα δηλητηριώδους αράχνης. Ο Πάκο θα εγγραφεί στο ελεύθερο αυτό πανεπιστήμιο (δημιούργημα του Μάη) και θα διεισδύσει στους κύκλους των φοιτητών, με φοιτητική περιβολή, επινοημένη ταυτότητα συμπαθούντος λουξεμπουργκιστή και διπλή κατά τα φαινόμενα αποστολή. Στα βαθιά, παραπλανώντας προς κάθε κατεύθυνση και απέναντι σε μέτωπα που ανοίγουν συνεχώς, ο Πάκο επινοώντας τον Πάκο ξανά και ξανά, μπερδεύεται ανάμεσα στις αλήθειες και στα ψέματα, κυρίως τα δικά του, χάνει επανειλημμένα τον δρόμο του, τα χάνει και με τον εαυτό του, πριν αρχίσει να καταλαβαίνει ότι τόσο σε σχέση με την υπόθεση όσο και σε σχέση με τον ίδιο, οι δρόμοι της επανόρθωσης είναι ανεξιχνίαστοι. Και οι δρόμοι της επανόρθωσης θα τον φέρουν αντιμέτωπο και με δικούς του ανεξόφλητους λογαριασμούς, αφού έχει έρθει η ώρα για τον Αττιά να δέσει όλες τις ελεύθερες άκρες της ιστορίας του και να συμφιλιώσει και τον Πάκο με τον εαυτό του.

Μη παραλείποντας οπωσδήποτε να εικονογραφήσει ατμοσφαιρικά την εποχή και την πόλη: την ανθρωπογεωγραφία των φοιτητών και την ένταση των αμφιθεάτρων, τους δρόμους του Παρισιού, κατά προτίμηση εκείνους που θυμίζουν περισσότερο το Μπαμπ-ελ-Ουεντ, τα sex shop και τα σινεμά, τα μπιστρό και την Κεντρική Αγορά που πρόκειται να κατεδαφιστεί σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής, την σεξουαλική απελευθέρωση και την αριστερά σε αναζήτηση μέλλοντος. Καθώς τα σημεία, όπου η μικρή ιστορία τέμνεται με την μεγάλη και η μοίρα του ενός με τον βηματισμό της εποχής του, είναι σε όλη την τριλογία οι αγαπημένοι τόποι του Αττιά και βασικά συστατικά του σχεδίου του. Ένα σχέδιο που διαχειρίζεται πάντα σαν μάστορας ικανός, αρθρώνοντας την αφήγησή του πολυφωνικά, με τα εργαλεία του ψυχαναλυτή και το σαράκι του υπαρξιστή, μοντάροντας και συνθέτοντας μέσα από τις προσωπικές διαδρομές το τελικό παζλ. Και η αφήγησή του πάντα γοητευτική, πάντα φλερτάροντας με την κινηματογραφική εικόνα και τους μελό τονισμούς, μπορεί εδώ να μην αγγίζει τη θερμοκρασία της γραφής στο Μαύρο Αλγέρι, αλλά προφανώς αναμενόμενο θα λέγαμε (ευθαρσώς αναλύοντας τον αναλυτή), η χαμένη πατρίδα να αναπαρίσταται με θερμοκρασίες από τις υψηλότερες.

Πυρήνας θερμός και των ηρώων του εξάλλου, η χαμένη πατρίδα και η εξορία -βαθιές πληγές και σημάδια ανεξίτηλα της Ιστορίας. Το Αλγέρι ακολουθεί τον Πάκο κι εδώ, βάζοντας και το δάχτυλο στην πληγή, αφού θα χρειαστεί να συνεργαστεί και θα καταλήξει να συμπαθήσει τον γερασμένο και παροπλισμένο πολεμιστή της OAS πριν αναρωτηθεί για μια ακόμα φορά για τις ανεξιχνίαστες βουλές της επανόρθωσης και τη συντριπτική επιβολή της Ιστορίας. Και μιλώντας για επανόρθωση, δε θα μπορούσε τελικά να λείψει και η Ιρέν. Δύσκολα θυσιάζεται εξάλλου τέτοια γήινη και αισθαντική γυναικεία φιγούρα. Φιγούρα που ο Αττιά, ήδη από το Αλγέρι, αλλά κυρίως στη Μασσαλία έχει χτίσει και ζωντανέψει με ευαισθησία και τόλμη. Και δύσκολα σβήνει ένας έρωτας σαν τον δικό της με τον Πάκο. Πολύ δύσκολα, ειδικά σ’ ένα τέτοιο ωραίο μελό.

 

*Δημοσιεύτηκαν στην Book Press στις 19/12/2010 και 04/01/2011 αντίστοιχα

 

Advertisements

3 Σχόλια to “Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ…”

  1. xeni baloti said

    Καλησπέρα & Καλή Χρονιά !
    Μου σύστησαν τη σελίδα σας και δεν είχαν άδικο. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Ωστόσο, θα ήθελα να ήξερα και την προσωπική σας άποψη γι’αυτό το βιβλίο που εκτιμώ ότι θα είναι εύστοχη όπως και η περιγραφή του βιβλίου. Ευχαριστώ.

    • nellivou said

      Πρόθεση, τώρα που το λέτε ήταν, μέσα από την περιγραφή του τι και τού πώς να φαινόταν και η άποψη. Επειδή δεν το ‘χω να γίνομαι πολύ εμφατική ιδιαίτερα στο γραπτό, μπορεί και να ‘χετε δίκιο. Η άποψη είναι απλή και είναι η εξής: το κατευχαριστήθηκα. Ακόμα κι αν δεν είναι τόσο γοητευτικό όσο το Μαύρο Αλγέρι (η λέξη «θερμοκρασία» που ‘χω ήδη χρησιμοποιήσει, δυστυχώς μου ‘ρχεται και πάλι), επειδή ο Αττιά έχει ακονισμένα τα εργαλεία του, μοντάρει και συνθέτει καλά αγαπώντας και τους ήρωές του και την εποχή προσθέτοντας με αγαλλίαση τις πινελιές που θα τους ζωντανέψουν και διατηρώντας την ατμοσφαιρικότητά του, το αποτέλεσμα για ‘μένα ήταν το προαναφερθέν. Ούτε παραπάνω, αλλά σαφώς ούτε και παρακάτω. Πολύ ευχαριστώ και για τα καλά λόγια και επίσης χαίρομαι που σας σύστησαν 🙂

  2. scalidi said

    Η τριλογία. Εξαιρετική. Εγώ λάτρεψα «Το μαύρο Αλγέρι», ο δε Πάκο και η Ιρένε έγιναν από τους αγαπημένους μου μυθιστορηματικούς ήρωες…
    Καλή αναγνωστική χρονιά εύχομαι με πλούσια σοδειά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: