Η ΤΖΟΥΛΙΕΤ ΓΥΜΝΗ

Νοέμβριος 23, 2010

 

ΝΙΚ ΧΟΡΝΜΠΥ

ΠΑΤΑΚΗΣ 2010

μτφρ: ΧΙΛΝΤΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Στη μία άκρη της ιστορίας είναι η Άννι και ο Ντάνκαν σε μια μικρή παραθαλάσσια βαρετή εγγλέζικη πόλη, το Γκούλνες, και σε μια δεκαπεντάχρονη σχέση που μπάζει νερά από παντού, κυρίως επειδή το Γκούλνες είναι αυτό που είναι και κυρίως επειδή στο ερημικό και αδιάφορο περιβάλλον του, δεκαπέντε χρόνια πριν η Άννι και ο Ντάνκαν αρπάχτηκαν ο ένας από τον άλλο με ανακούφιση. Δεκαπέντε χρόνια μετά στην καμπή των σαράντα, δεν έχει σημειωθεί οποιαδήποτε θεαματική εξέλιξη, τουλάχιστον όχι προς το καλύτερο, γιατί σίγουρα το σεξ έχει αραιώσει δραματικά, παιδιά δεν υπάρχουν, σκαμπανεβάσματα ούτε και η Άννι και ο Ντάνκαν πάντα αρπαγμένοι μαζί κολλημένοι έκτοτε σε ένα διηνεκές μεταδιδακτορικό σύμπαν, όπου οι συναυλίες, τα βιβλία και οι ταινίες συνέχιζαν να μετρούν περισσότερο στη ζωή τους απ’ ότι στη ζωή των υπόλοιπων συνομηλίκων τους. Το οποίο αφήνει και τον χώρο για τον τρίτο άνθρωπο στη σχέση τους, γιατί στην ίδια άκρη της ιστορίας είναι επίσης και ο Τάκερ Κρόου: ροκ τροβαδούρος, λυρικός και οργισμένος ποιητής στην παράδοση των Ντύλαν, Σπρίνγκστιν, και Κοέν (ναι, ένα τέτοιο κράμα!), του οποίου τελευταία και σημαντικότερη δουλειά υπήρξε το θρυλικό άλμπουμ Τζουλιέτ, όπου ο Κρόου τραγουδάει σπαρακτικά τον χωρισμό του από τον έρωτα της ζωής του. Αυτά κάποια στιγμή μέσα στη δεκαετία του ’80, γιατί μετά και για αδιευκρίνιστους λόγους ο Κρόου δεν ξαναέγραψε, δεν ξαναηχογράφησε, απλώς εξαφανίστηκε. Ο θρύλος μιλάει για μια μεταστροφή που έλαβε χώρα μετά από μια συναυλία στην Μιννεάπολη, και συγκεκριμένα στις τουαλέτες ενός μπαρ ονόματι Μαύρο Χάλι, που ο Κρόου επισκέφτηκε: μπήκε μετά βγήκε, έκτοτε σώπασε. Και ο θρύλος γενικά έχει πάρει το πάνω χέρι, αφού η εξαφάνιση του Κρόου έχει πυροδοτήσει μια ευφάνταστη συνωμοσιολογία μεταξύ κάποιων ολίγων σαραντάρηδων φανατικών νοσταλγών ανά τον κόσμο, που συναντιούνται και ανταλλάσσουν απόψεις και σενάρια στον ιστότοπο που ο δικός μας, ο Ντάνκαν έχει στήσει στο ίντερνετ, και στον οποίο ο Κρόου απολαμβάνει μια δεύτερη καριέρα σαν ιντερνετικός μύθος. Ο Ντάνκαν μ’ άλλα λόγια είναι από αυτούς, τους ευαίσθητους μεν, βαρεμένους δε πιστούς που ξεκοκαλίζουν λαίμαργα κι εμμονικά και το έργο και το ίνδαλμα και άνετα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο Τάκερ Κρόου ήταν ανέκαθεν ο σύντροφος της ζωής του και όσο για την Άννι, το ‘ξερε από την αρχή, πως ο Τάκερ Κρόου ήταν πάντοτε μέρος του πακέτου όπως μια αναπηρία.

Ένα καινούργιο cd που θα φτάσει με το ταχυδρομείο και περιλαμβάνει τα ακουστικά ντέμο του Τζουλιέτ, που τώρα πρόκειται να κυκλοφορήσει, τόσα χρόνια μετά, θα πυροδοτήσει τις αναγκαίες ανατροπές και κυρίως θα μας στείλει τελικά και στην άλλη άκρη της ιστορίας, στην οποία έχουμε ούτε λίγο ούτε πολύ τον Τάκερ Κρόου, με σάρκα και οστά! Έναν αργόσχολο πενηνταπεντάρη τώρα Τάκερ Κρόου, που ζει με την τελευταία του γυναίκα και τον εξάχρονο γιο του κάπου στην αμερικάνικη επαρχία, παρακολουθεί τον ιντερνετικό θόρυβο γύρω από το πρόσωπό του, αλλά κρατάει το πρόσωπό του κυρίως για την πάρτη του, αφού ούτε μ’ αυτό, ούτε με τη ζωή του, ούτε με το πάλαι ποτέ έργο του δεν τα πηγαίνει ιδιαιτέρως καλά. Οι δύο άκρες της ιστορίας, πρώτα στον κυβερνοχώρο και αργότερα δια ζώσης, θα συναντηθούν για να αντιπαραβάλλουν τις αλήθειες και τα ψέματά τους και να μετρήσουν την αντοχή του έργου σε σχέση με το πρόσωπο, τόσο του πομπού όσο και του δέκτη, τόσο του καλλιτέχνη όσο και του ακροατή. Η ανεπεξέργαστη και γυμνή εκδοχή του Τζουλιέτ, θα γίνει ο καταλύτης που θα φέρει στην επιφάνεια τις γυμνές και αθέατες προθέσεις, τα συναισθηματικά κενά και τις ανεπάρκειες, τις αναπάντεχες ψυχολογικές λοξοδρομήσεις που παρεμβάλλονται τόσο στη διαδικασία της πρόσληψης όσο και στη διαδικασία της δημιουργίας. Ναι, η μουσική γίνεται ακόμα μια φορά για τον Χόρνμπυ το όχημα για να διερευνήσει την ευαισθησία και τις αναπηρίες της γενιάς του.

Ήδη από το high fidelity (Πατάκης 1996) έχει αποδείξει πως είναι ένας έξυπνος και σταράτος αφηγητής της γενιάς της ποπ κουλτούρας, αυτής που βαπτίστηκε στους στίχους και στα τραγούδια και που δε θα επιτρέψει ποτέ στις ροκ αφηγήσεις να παλιώσουν. Ξέρει να εντοπίζει και  να αναδεικνύει τρυφερά και ειρωνικά το συναισθηματικό φορτίο που επενδύεται στη μουσική, και δεδομένου ότι τόσο αυτός, όσο και οι ήρωές του μεγαλώνουν και ακόμα δυσκολεύονται και να πουν όσα εννοούν, αλλά και να εννοήσουν όσα λένε, αναρωτιέται γι’ αυτά που μένει να κρατήσουν αφού το τραγούδι τελειώσει. Ο χρόνος, σαν δεύτερος σημαντικός και απροσπέλαστος πλέον καταλύτης, επιβάλλει επινοητικές μετρήσεις, όπου οι χασούρες παίρνουν το πάνω χέρι. Είναι όλη η δημιουργικότητα που σπαταλήθηκε, είναι όλες οι ματαιώσεις, είναι η συσσώρευση των αποτυχιών, είναι όλα τα βολικά ψέματα, οι αυταπάτες και οι μύθοι που ντύσανε όμορφα, μπορεί και δεκαετίες -στην περίπτωση του Τάκερ Κρόου, εννοείται ότι παρεμπιπτόντως στη ζυγαριά θα μπει και ο μύθος του sex drugs and rock n roll. Ο χρόνος που χάνεται λοιπόν, σοβαρεύει κάπως τα πράγματα εδώ, αλλά όχι και τραγικά.

Το τραγικό εξάλλου ουδέποτε ήταν στις αποσκευές του Χόρνμπυ και δεν έχει λόγο να γίνει και τώρα. Η ματιά του πάντα εύθυμη και ειρωνική κυρίως όταν ξεσκεπάζει απροκάλυπτα το κενό ή τα ψέματα, δεν παραβλέπει το βάθος, μπορεί απλώς να μην το διατρέχει και όλο. Δε χρεώνεται σαν παράλειψη, διαβάζεται σα στάση, που προκαλεί όχι αγωνία αλλά γλυκόπικρη ανταπόκριση. Και οι ήρωές του προκύπτουν ενοχλητικά και παρηγορητικά οικείοι, αφού ακόμα κι όταν τους εκθέτει γυμνούς δε σταματά κι ο ίδιος να τους αγαπά, και να συμμερίζεται τη ροκ παιδικότητα και προέλευσή τους, κατά βάθος. Καταφέρνοντας πάντα να διαχειρίζεται τις ισορροπίες, μπορεί και παραμένει ένας οξυδερκής και διασκεδαστικός αφηγητής, χωρίς να ξεπουλιέται στα happy endings. Α ναι, και να διαβάζεται μονορούφι…

 

*Δημοσιεύτηκε στο site  της Book Press την Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου

 

Advertisements

5 Σχόλια to “Η ΤΖΟΥΛΙΕΤ ΓΥΜΝΗ”

  1. scalidi said

    Η τελευταία παράγραφος του κειμένου σου αποδίδει και την ατμόσφαιρα από το δικό του επίσης «Η κάθοδος των τεσσάρων»…

  2. Sue said

    Ελπίζω να το διαβάσω σύντομα – ακούγεται πολύ ελκυστική αυτή η έλλειψη τραγικότητας στην αφήγηση ιδίως τη στιγμή που ο συγγραφέας έχει να κάνει με την απομυθοποίηση εφηβικών οραμάτων και συμπεριφορών μέσω ενός single. Και να σκεφτείς πως με την μουσική «ντύνουμε» τα μύχια της ψυχής μας…

    Αξιόλογο μπλογκ, εξαιρετική ανάρτηση. Καλή συνέχεια!

    • nellivou said

      Είναι ελκυστική, όπως το λες, και το ότι δίνεται με σχετική ελφρότητα καταφέρνει να συμφιλιώνει ομαλά με την εμπειρία.
      Εμπειρία πολύ κοινή. Σ΄ευχαριστώ για τις ευχές.

  3. natalia said

    Ο χρόνος που χάνεται… όντως,μάλλον, πρέπει, να τα σοβαρεύει τελικά τα πράγματα – αλλά σου λέω αλήθεια!θα προσπαθώ πάντα για το αντίθετο!
    Το τέλος μου δίνει δύναμη γι’αυτό!

    • nellivou said

      ΑΧΑ!!! Προβληματιστήκαμε ακούω!!! Πάρε δύναμη εσύ, για να ζητήσω μέρος πίσω, όπως έχω μάθει και δεν ξεμαθαίνω…
      Και μετά το ευχάριστο διάλειμμα, επιστροφή στη Χάισμιθ φαντάζομαι…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: