ΣΥΝΔΡΟΜΟ: ΒΙΛΑ-ΜΑΤΑΣ ή ΜΙΑ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ

Οκτώβριος 20, 2010


 

Σήμερα ξέρω πολύ καλά γιατί ήθελα να είμαι σαν τον Μαλρώ. Διότι αυτός ο συγγραφέας, εκτός του ότι ήταν ένας έμπειρος άνθρωπος, είχε χτίσει έναν μύθο τυχοδιώκτη και ατόμου που δεν «μάλωσε» με τη ζωή, αυτή τη ζωή η οποία για μένα ήταν μπροστά μου και δεν ήθελα να την απαρνηθώ. Αυτό που αγνοούσα τότε, ήταν ότι για να είσαι συγγραφέας έπρεπε να γράφεις, κι επιπλέον, να γράφεις έχοντας ως ελάχιστη απαίτηση να το πράττεις πολύ καλά, επομένως να οπλίζεσαι με θάρρος και κυρίως με μια απέραντη υπομονή, αυτή την υπομονή που ο Όσκαρ Ουάϊλντ ήξερε να περιγράφει τόσο καλά: «πέρασα όλο το πρωϊνό διορθώνοντας τα δοκίμια ενός ποιήματός μου και κατήργησα ένα κόμμα. Το απόγευμα, το προσέθεσα ξανά». Tην εποχή εκείνη λοιπόν, αγνοούσα ότι για να γίνεις συγγραφέας έπρεπε να γράφεις σεβόμενος μία ελάχιστη προϋπόθεση, το να γράφεις καλά. Όμως αυτό που αγνοούσα παντελώς, ήταν ότι αν ήθελες πραγματικά να γράψεις, έπρεπε ν΄ απαρνηθείς σημαντικές πλευρές της ζωής. Αγνοούσα παντελώς ότι το να γράφεις, για την πλειονότητα των συγγραφέων, σημαίνει το να είσαι μέλος μιας οικογένειας από τυφλοπόντικες που ζουν σε εσωτερικές στοές όπου δουλεύουν νυχθημερόν. Αγνοούσα παντελώς ότι θα κατέληγα να γίνω συγγραφέας, αλλά θα απείχα παρασάγγας από ένα πρόσωπο σαν τον Μαλρώ, εφόσον, εάν με περίμεναν περιπέτειες, αυτές θα ήταν περισσότερο από την πλευρά της λογοτεχνίας, παρά της ζωής. (Ενρίκε Βίλα-Μάτας, για την συγγραφή, από συνέντευξη στο Autodafe)

Και είναι αυτό το τελευταίο κάτι, που αν μη τι άλλο, ο καταλανός συγγραφέας Ενρίκε Βίλα-Μάτας εμπέδωσε καλά. Τόσο καλά ώστε πάνω σ’ αυτό να χτίσει μια γερή και ώρες ώρες θα την έλεγες κι εμμονική συγγραφική ιδιοσυγκρασία -πολύ περισσότερο από ύφος, στην περίπτωση του Βίλα-Μάτας μπορούμε να μιλάμε για συγγραφική ιδιοσυγκρασία, αν όχι για σύνδρομο. Μια συγγραφική ιδιοσυγκρασία λοιπόν, που έχει με τον καιρό και τη γραφή, αποδεχτεί την ταυτότητα (ή αλλιώς τα κουσούρια της), έχει συναρμολογήσει το αξιακό της σύστημα και έχει ορίσει τον χώρο της.

Πυρήνας της ταυτότητας αυτής, μια ορισμένη ανικανότητα για τη ζωή , ή αλλιώς η αδυναμία να τείνεις προς την ευτυχία. Μια αθέατη και καίρια δυσλειτουργία που ανιχνεύεται σε ουκ ολίγες ιδιοσυγκρασίες, (όχι αποκλειστικά συγγραφικές, αλλά οπωσδήποτε κατά βάση), το είδος εκείνο της ανησυχίας που ο βοηθός λογιστή Σοάρες προσδιόρισε, όπως ο Βίλα-Μάτας μας λέει, ως mal-de-viver (ασθένεια-της- ζωής). Η προέλευσή της (αν θα μπορούσε να γίνει λόγος για κάτι τέτοιο) δεν τον απασχολεί, αφού κυρίως τον απασχολεί η χαρτογράφηση και τοποθέτησή της στο κέντρο του προβληματισμού του και οπωσδήποτε η αναγωγή της σε τύπο κατανόησης της λογοτεχνικής εμπειρίας. Αν επιμείνουμε στην προέλευση, μπορούμε μόνο να σταθούμε σε μια παρατήρηση που ο Βίλα-Μάτας κάνει μιλώντας για τους ήρωες του Ρόμπερτ Βάλζερ, και όπου προφανώς οι αρχές ανιχνεύονται κυριολεκτικά στις απαρχές, εδώ πάνω απ’ όλα σαν γενετήσιο σημάδι: Είναι οι ήρωες που δεν απαρνήθηκαν το παιδικό τους στοιχείο, ακριβώς επειδή δεν υπήρξαν ποτέ παιδιά, ή με τα λόγια της Μαρίνας Τσβετάγιεβα -την οποία ο συγγραφέας παραδόξως δεν συμπεριλαμβάνει στη χωρία των συνομιλητών-συγγραφέων, όσο όμορη κι αν είναι ιδιοσυγκρασιακά: «εγώ που δεν ήμουνα ποτέ παιδί, έμεινα παιδί για πάντα». Είναι ήδη φανερό ότι δεν θα ειπωθεί τίποτα εξ΄ ονόματος όσων δεν έχουνε μαλώσει ποτέ με τη ζωή, ενώ λοιπά στοιχεία ταυτότητας θα προσκομίζονται συνεχώς από βιβλίο σε βιβλίο. Οπότε και διαφαίνεται τελικά ότι μιλάμε για ταυτότητα καταφανώς ιστορική κι ευερέθιστη  στους κραδασμούς του νεωτερικού υποκειμένου, αφού όχι μόνο δεν παύει να αγωνιά για τον αυτοπροσδιορισμό της, ούτε μόνο είναι πάντα και «ένας Άλλος» (όντας τόσο διάτρητη από άλλες φωνές), αλλά και θα εξαντλήσει το παιχνίδι με την ετεροπροσωπία πριν καταλήξει να ονειρευτεί με πάθος την εξαφάνισή της. Χωρίς ωστόσο να απαρνηθεί και το έργο της, διηγείται ο Βίλα-Μάτας.

Ηθική της συνείδηση είναι η λογοτεχνία, όχι χωρίς να επισημαίνεται ο υψηλός βαθμός επικινδυνότητας του γεγονότος, αλλά και χωρίς να μπορεί να απαξιωθεί το αυτονόητο: ότι η λογοτεχνία είναι αυτή που νοηματοδοτεί την επιθυμία μας, αλλά πάνω απ’ όλα είναι και η μόνη που φαίνεται ν’ ασχολείται σοβαρά με τον τρόμο μας. Κατά συνέπεια η εν λόγω συγγραφική ιδιοσυγκρασία, δεν έχει παρά να την αναγάγει σε κεντρικό θέμα της. Υπερβολικά στεγνή διατύπωση όταν πρόκειται για τον Βίλα-Μάτας, που δε σταματά να μηχανεύεται τρόπους ν’ αυτοπροσδιορίζεται μέσα από τη λογοτεχνία, μιλώντας αποκλειστικά γι’ αυτήν όχι μόνο σαν αναγνώστης, ούτε μόνο σαν συγγραφέας, αλλά αγωνιώντας για το μέλλον της να γίνεται ούτε λίγο ούτε πολύ ένας αυτόκλητος και αποφασισμένος για όλα μάρτυρας της λογοτεχνικής εμπειρίας. Ένας σχολαστικός τοπογράφος της επικράτειας εκείνης όπου η λογοτεχνική περιπέτεια συνδιαλέγεται στενά με την υπαρξιακή, ένας αφοσιωμένος χρονικογράφος μιας συγγραφικής αγωγής.

Συνακόλουθη και δεδομένη μετά απ’ αυτά η αυτοαναφορικότητα και μοιραία το είδος που θα προκύψει θα ‘ναι υβριδικό: ούτε λογοτεχνικό δοκίμιο ούτε μυθιστόρημα, αλλά το λογοτεχνικό δοκίμιο σαν μυθιστόρημα, το δοκίμιο με όση αναγκαία για την ισχυροποίηση των επιχειρημάτων του, μυθοπλαστική κατασκευή. Και άρα με τα λόγια του Βίλα-Μάτας που έτσι κι αλλιώς σκορπά στο κείμενό του αναγνωστικές οδηγίες και τοποθετεί παντού τις συγγραφικές του προθέσεις σε πρώτο πλάνο, το σχέδιο είναι: να συνδυάσω το δοκίμιο με τις προσωπικές αναμνήσεις, το ημερολόγιο, τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις και την αφηγηματική μυθοπλασία γιατί είναι δεδομένο πως όλα συνδέονται. Το σχέδιο περιλαμβάνει ακόμα (ή μάλλον κυρίως), πολύ λογοτεχνία που εισέρχεται στη λογοτεχνία του, όχι απλώς σαν παράθεμα, αλλά και ούτε υπό το ψυχολογικό βάρος ενδεχόμενης Αγωνίας της επίδρασης, όπως ίσως θα περίμενε κανείς από έναν συγγραφέα που έχει ανά πάσα στιγμή συνείδηση της θέσης του στην ιστορική προοπτική του είδους. Οι προπάτορες συγγραφείς στους μυθοπλαστικούς αυτοσχεδιασμούς του Βίλα-Μάτας, είναι πανταχού παρόντες σαν μυθιστορηματικοί ήρωες, ιδανικοί συνομιλητές και συνοδοιπόροι, ενώ τα κείμενα αποτελούν έτσι κι αλλιώς σημεία εκκίνησης και τεκμηρίωσης. Το συγγραφικό δε «εγώ» που επιδίδεται σ’ αυτά τα ευφάνταστα και αυτοαναφορικά λογοτεχνικά παίγνια, προϋποθέτει σαφώς την επίδραση, αν επίδραση σημαίνει πως «δεν υπάρχουν κείμενα αλλά μόνο σχέσεις μεταξύ των κειμένων», αυτές που ο Βίλα-Μάτας αποκαλεί ενδοφλέβιες. Και άρα η επίδραση σαν διακειμενικότητα, είναι έτσι και αλλιώς το υποσυνείδητο αυτού του καθυστερημένου χρονικά συγγραφικού «εγώ», στο οποίο ωστόσο δεν ανιχνεύονται πουθενά σημάδια επιθυμίας υπερκερασμού, αλλά αντίθετα: είναι ένα «εγώ» με διευθετημένη την εν λόγω αγωνία του, εξ’ ορισμού συμφιλιωμένο με τις οφειλές και τα χρέη του, που ξέρει ότι περισσότερο από το να στοιχειώνεται, απλώς απαρτίζεται από αυτά -τελεία. Οι όροι που ο συγγραφέας προτιμά –πάντα απερίφραστος και οξυδερκής υπονομευτής του εαυτού του, είναι λογοτεχνικός βαμπιρισμός ή λογοτεχνικός παρασιτισμός. Όπως εξηγεί στην Νόσο του Μοντάνο, το θέμα για τον ίδιο βρήκε τη λύση του ξαφνικά σ’ ένα δοκίμιο του Άλαν Πάουλς που πραγματεύεται τα ευεργετικά αποτελέσματα που είχε στον νεοεμφανιζόμενο Μπόρχες μια αρνητική κριτική που είχε γράψει κάποιος Ραμόν Ντολ το 1933 και ο οποίος καταλόγιζε στον Μπόρχες τον εν λόγω λογοτεχνικό παρασιτισμό. Κατά τον Πάουλς λοιπόν, ο Μπόρχες δεν απέρριψε τους ισχυρισμούς του Ντολ, αλλά τους μετέτρεψε ή ανέτρεψε σε μια δική του λογοτεχνική κατασκευή. Το έργο του Μπόρχες βρίθει υποτελών, κάπως σκοτεινών ατόμων, που ακολουθούν σα σκιές τα ίχνη ενός λαμπρού έργου ή ενός πιο φωτεινού απ’ αυτά προσώπου…και μ’ αυτή τη συλλογή ανώνυμων πλασμάτων του, ο Μπόρχες ορίζει μια αληθινή ηθική της υποταγής…(ο δε) Πιέρ Μενάρ έρχεται σαν επιστέγασμα μιας μακριάς σειράς λογοτεχνικών υποταγών, γράφοντας εκ νέου, κατά λέξη, ορισμένα κεφάλαια του Δον Κιχώτη, οπότε τι άλλο είναι ο Πιέρ Μενάρ αν όχι η αποθέωση του συγγραφέα παράσιτου, του πεφωτισμένου ταλέντου που οδηγεί το υποταγμένο ταλέντο στο απόγειο και την εξάλειψή του;. Ιδανική λύση, αφού όπως και να ‘χει, δύσκολα θα εξέλειπε ο Παράγων Μπόρχες από το υποσυνείδητο ενός ισπανόφωνου συγγραφικού «εγώ», πολύ περισσότερο που (όπως ο ίδιος ο Βίλα-Μάτας διαπιστώνει) με τον τρόπο αυτό ο Μπόρχες είχε επινοήσει τη δυνατότητα…ούτε λίγο ούτε πολύ να συνεχίσουμε να γράφουμε, και άρα ο ίδιος ο Βίλα-Μάτας μπορεί πια, αραγμένος στη σκιά των προσφιλών προπατόρων να γράφει: Δίχως βιασύνη έφτιαξα ένα δικό μου ύφος, όχι εκθαμβωτικό αλλά επαρκές, κάτι αναμφίβολα δικό μου, χάρη στον βαμπιρισμό και την εκούσια συνεργασία των άλλων, των συγγραφέων που χρησιμοποιούσα για να βρω την προσωπική μου λογοτεχνία…βρήκα το δικό μου ύφος στους άλλους, φτάνοντας μετά από κείνους, παρέα μαζί τους στην αρχή, χειραφετημένος αργότερα. Μπορεί ακόμα, στο πλαίσιο αυτής της ασκητικής και της ηθικής της υποταγής, να μεταθέτει την αγωνία του από το συγγραφικό «εγώ»  στο είδος. Εκθέτοντας κατά κανόνα τρυφερά, αλλά οπωσδήποτε ειρωνικά το ναρκισσιστικό «εγώ», μπορεί να αγωνιά αποκλειστικά  για αυτό που θεωρεί πραγματικά σοβαρό (δεδομένου και ότι οι τίτλοι που θα δούμε παρακάτω, γράφονται στο γύρισμα των δύο αιώνων), και αυτό δεν είναι άλλο από την επιβίωση της λογοτεχνίας σαν είδος.

Η τέτοια μετατόπιση της αγωνίας από το «εγώ» στην επιβίωση του είδους προκύπτει εξάλλου φυσικά, έχοντας το είδος για αιώνες τώρα εργαστεί σαν παραστάτης και στυλοβάτης του εν λόγω «εγώ». Έτσι η επιβίωση του είδους λαμβάνεται σαν απαράβατος και αναγκαίος όρος για τη μακροημέρευση ενός συνειδητού και (εξυπακούεται) διχασμένου «εγώ», (αυτού του «εγώ» που αναδύθηκε με τον Μονταίνι και τον Καρτέσιο και που τη χαρτογράφηση και την όξυνση της ευαισθησίας του από τον Θερβάντες και μετά ανέλαβε κατά βάση η λογοτεχνία -το μόνο πια που είμαστε σε θέση να αφηγούμαστε και να αναγνωρίζουμε σχετικά ικανοποιητικά), και ανάγεται σε Ιερό Γκράαλ της αναζήτησης του εμμονικού συγγραφέα-σταυροφόρου. Τη δε διαδρομή από το εγώ στο είδος, πολύ περισσότερο από το να την αφηγηθεί θα την αναπαραστήσει και είναι εδώ το κατ’ εξοχήν σημείο όπου εντοπίζεται η γοητεία και η ιδιαιτερότητα των μυθοπλαστικών κατασκευών του Βίλα-Μάτας. Η συνεχής εναλλαγή και το πέρασμα από το (άλλοτε εμπειρικό, άλλοτε μυθοπλαστικό, άλλοτε λίγο και από τα δύο) προσωπικό γεγονός στη γραφή και στα κείμενα, είναι το σήμα κατατεθέν του αφηγηματικού σχεδίου του, αφού έτσι αναδεικνύεται και η παράλληλη υπόγεια διαδρομή από την εμπειρία στη θεωρία, αφού έτσι προκύπτει ένας ευφάνταστος και πειστικός τρόπος να οικοδομείται στο βάθος μόνη της, όπως της αρέσει, με ρυθμό και μυστήριο μια θεωρία. Μια θεωρία που με τον τρόπο αυτό δίνει τη δέουσα έμφαση σε κάτι που η Θεωρία συχνά παραλείπει: να αφηγείται την κατάσταση της γραφής σαν κατάσταση της εμπειρίας.

 

ΜΠΑΡΤΛΕΜΠΥ ΚΑΙ ΣΙΑ

ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2002

ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ: ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Έτσι, αρχής γενομένης από τον Μπάρτλεμπυ και Σία, βιβλίο όπου το παραπάνω σχέδιο, βρίσκει την αρτιότερη και πιο συμπυκνωμένη πραγμάτωσή τουo ήρωας του Μέλβιλ γίνεται έμβλημα μιας τάσης της σύγχρονης λογοτεχνίας, τάσης στην οποία βρίσκεται ο μοναδικός δρόμος που μένει ανοιχτός για την αυθεντική λογοτεχνική δημιουργία, μιας τάσης που αναρωτιέται τι είναι η γραφή και που βρίσκεται…και που δε λέει ψέματα όταν διαγιγνώσκει τη σοβαρή –αλλά και ιδιαίτερα παροτρυντική- κατάσταση της λογοτεχνίας στο τέλος αυτής της χιλιετίας. Ο τελευταίος αιώνας αυτής της χιλιετίας, έχοντας κληρονομήσει την αισθητική του ρομαντισμού, εγκαινιάζεται με την Επιστολή του λόρδου Τσάντος του Χόφμανσταλ, μας θυμίζει ο Βίλα-Μάτας και θα μαθητεύσει στην περιπέτεια της νοσταλγίας του νοήματος, της διχασμένης συνείδησης και της αποσύνδεσης της λέξης από το πράγμα, πριν αγγίξει το Βαθμό μηδέν της γραφής. Οι συγγραφείς και τα κείμενα που θα εμπεριέχουν και θα διαπεράσουν την υποψία, την άρνηση και τη σιωπή, αυτό το θα προτιμούσα να μην το κάνω του γραφιά Μπάρτλεμπυ, είναι παραδόξως και όλα όσα θέτουν «τις βάσεις του μεγάλου ύφους αντί να προκαλέσουν την κατάρρευσή του». Μέσα από τους συγγραφείς και τα κείμενα αυτά, μας δείχνει ο Βίλα-Μάτας, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την περιπέτεια της γραφής στη μοντερνικότητα, εστιάζοντας κυρίως σ’ αυτή την κρίσιμη και «ευπαθή φάση της ιστορίας» (που κατά τον Μπαρτ, ο Μαλλαρμέ διατύπωσε ακριβέστερα), φάση κατά την οποία «η λογοτεχνική γλώσσα διατηρείται μόνο για να υμνήσει καλύτερα την ανάγκη της να πεθάνει». Το σύνδρομο Μπάρτλεμπυ ο Βίλα-Μάτας, ή μάλλον το συγγραφικό του alter ego (αυτός ο κακόμοιρος μοναχικός τύπος, που έχει δημοσιεύσει ένα μυθιστόρημα πριν από μια εικοσιπενταετία κι έκτοτε έχει σιωπήσει), θα ανιχνεύσει σε μια σειρά συγγραφέων από τον Γκαίτε και τον Χόφμανσταλ, έως τους Μαλλαρμέ, Ρεμπώ, Χώθορν, Μέλβιλ, Κάφκα, Χουάν Ρούλφο, Σάλιντζερ, Πεσσόα και κάμποσους άλλους, αλλά οπωσδήποτε και στον Ρόμπερτ Βάλζερ (πάντα ο Βάλζερ σε ότι αφορά τον Βίλα-Μάτας). Η αγωνία του κακόμοιρου αυτού μπλοκαρισμένου τύπου θα συναντήσει τη θεωρία και μαζί τη θεραπεία, αφού σ’ αυτό το ταξίδι με πυξίδα την άρνηση, θα διαπιστώσει πώς μόνο μέσα από το αρνητικό ορμέμφυτο, μόνο μέσα από τον λαβύρινθο του Όχι μπορεί να προκύψει η γραφή του μέλλοντος.

 

Η ΝΟΣΟΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΑΝΟ¹

ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2006

ΜΤΦΡ: ΓΕΩΡΓΙΑ ΖΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Ωστόσο η σχέση με την γραφή δεν είναι κάτι που μπορεί να εφησυχάσει, κι έτσι ο αφηγητής στον αμέσως επόμενο τίτλο, την Νόσο του Μοντάνο, μας πληροφορεί, ότι μετά την συγγραφή ενός βιβλίου για τους συγγραφείς που αρνήθηκαν τη γραφή πιάστηκε στα δίχτυα της ίδιας του της μυθοπλασίας, με αποτέλεσμα να καταλήξει πραγματικά μπλοκαρισμένος και ανήμπορος. Ο συγγραφέας-αφηγητής, διαπιστωμένα άρρωστος με την λογοτεχνία και αποφασισμένος να απαρνηθεί για λίγο την αρρώστια του και να δραπετεύσει μακριά της, επισκέπτεται τον γιο του Μοντάνο, ο οποίος με τη σειρά του νοσεί, αλλά αντιστρόφως: πάσχει από λογοτεχνική παράλυση και θέλει το γρηγορότερο να επιστρέψει στη λογοτεχνία. Ο αφηγητής αυτός θα διακρίνει στη νόσο του Μοντάνο τη σύγχρονη ασθένεια της λογοτεχνίας, που δεν είναι άλλη από την εύκολη και σχετικά αστόχαστη είσοδο των πολλών και τα χιλιάδες έργα στην αγορά, και αποφασίζει όχι μόνο να εξερευνήσει την τοπογραφία της νόσου, αλλά και να μεταμορφωθεί σε άνθρωπο αφήγημα που θα αγωνιζόταν για την επιβίωση της λογοτεχνίας δίνοντας υλική υπόσταση στη συνοπτική ιστορία της μνήμης της, προκειμένου για την υπεράσπιση και επιβίωσή της. Για το λόγο αυτό θα επιχειρήσει μια περιδιάβαση μέσα από ημερολόγια συγγραφέων προκειμένου να συντάξει το λεξικό των συγγραφέων προσωπικών ημερολογίων και μαζί να αφηγηθεί την ιστορία μιας ψυχής που αναζητά την σωτηρία της μέσω της επιβίωσης της λογοτεχνίας, πριν καταλήξει να μεταμορφωθεί σε παραληρηματική διάλεξη και να παίξει τη ζωή του μπροστά στα μάτια του κοινού…παραμένοντας στο χείλος της αβύσσου, αλλά και υπολογίζοντας σ’ αυτήν σε μια δύσκολη ισορροπία. Σύνθετο και αχανές το σχέδιο και δεν είναι λίγες οι φορές που αυτή η δύσκολη ισορροπία καταρρέει. Και όσο έχουμε δικαίωμα να σκεφτόμαστε ότι ο Βίλα-Μάτας πελαγοδρομεί και συχνά ξεχνά να συνυπολογίσει τις αντοχές (ενός έτσι κι αλλιώς ανθεκτικού εξ’ ορισμού εδώ) αναγνώστη, τόσο το ίδιο το κείμενο δικαιούται να ισχυριστεί ότι αυτό είναι εξ΄ αρχής μέσα στο σχέδιο. Αφού επιχειρώντας τη συνοπτική περιδιάβαση στη λογοτεχνική μνήμη και αγωνία με στόχο τον αυτοπροσδιορισμό, μοιραία θα διαπιστώσει πόσο τεθλασμένη, ανερμάτιστη και αβέβαιη είναι πια η διαδρομή. Γιατί αν από τον Όμηρο μέχρι και τον Τζόυς το άτομο μπορεί ακόμα να επιστρέφει σπίτι, από τον Μούζιλ και μετά στην οδύσσεια δεν υπάρχει επιστροφή. Η σύγχρονη αυτή οδύσσεια, είναι μια περιπέτεια στην οποία το άτομο ρίχνεται μπροστά…προχωράει και χάνεται συνεχώς, αλλάζει την ταυτότητά του αντί να την επιβεβαιώσει κι έτσι είναι ο χαμένος δρόμος που γίνεται τώρα η οδός, μαζί και ο τόπος που η ταυτότητα χρειάζεται να αποδεχτεί σα σπίτι. Αυτό το work in progress που είναι πλέον η ταυτότητα, αυτή η διαρκής και κοπιώδης περιπέτεια μιας αναγκαστικής μετάλλαξης, ανιχνεύεται στις ημερολογιακές και άλλες σελίδες των Κάφκα, Γκομπρόβιτς, Μισώ, Παβέζε, αλλά και στον Τεστ του Βαλερύ, και στον Σοάρες του Πεσσόα, και στον Ούρλιχ του Μούζιλ, και οπωσδήποτε στους σταθερούς συνομιλητές του Βίλα-Μάτας νεκρούς και ζωντανούς: τους Βάλζερ, Ροτ, Ζέμπαλντ και Μάγκρις. Και όσο δαιδαλώδης ή κουραστική μπορεί να προκύπτει ώρες ώρες η διαδρομή, άλλες τόσες γίνεται και αποκαλυπτική, ενώ επιβεβαιώνεται ο νευραλγικός ρόλος της λογοτεχνίας στην περιπέτεια της σύστασης και ανασύστασης όποιας ταυτότητας. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ανατρεπτικό από τη λογοτεχνία, τη λογοτεχνία που αναλαμβάνει να μας προσγειώσει στην αληθινή ζωή, εκθέτοντας όσα καταπνίγει η αληθινή ζωή και η ιστορία, θα καταλήξει ο Βίλα-Μάτας, χωρίς να παραλείψει πάντως και να παραδεχτεί πόση υπερβολική αγωνία για το τίποτα  (όπως έλεγε ο Πεσσόα) κρύβει η λογοτεχνία, και ακόμα πως υπάρχουν μέρες,… που δεν θα πρότεινα… ούτε στους χειρότερους εχθρούς μου να διαβάσουν.

 

ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΠΟΤΕ

ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2008

ΜΤΦΡ: ΝΑΝΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

Μετά τον Μπάρτλεμπυ και τους ημερολογιογράφους συγγραφείς, μετά τα πεσσοϊκά ή βαλζερικά δύστοκα προσωπεία του, ο Βίλα-Μάτας σΤο Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ, επιστρέφει στον πληθωρικό και αρρενωπό Χέμινγουεϊ της εφηβείας του. Επιστρέφει επίσης στο Παρίσι των δύο χρόνων της νιότης του, στην πόλη που ο Χέμινγουεϊ έζησε πολύ φτωχός και πολύ ευτυχισμένος, εν αντιθέσει με τον ίδιο που απ’ όσο θυμάται έζησε κυρίως πολύ φτωχός και πολύ δυστυχισμένος, και αρκετά συχνά ακόμα πιο δυστυχισμένος όντας στοιχειωμένος από το φάντασμα μιας ανέφικτης Κινητής γιορτής, ανίκανος ακόμα και να επινοήσει ένα ιδιαίτερο ύφος μέσα στην πόλη του ύφους, όσο κι αν το πάλεψε εντατικά με την πίπα και με την απελπισία. Στο Παρίσι λοιπόν βρίσκεται κάμποσες δεκαετίες μετά, ώριμος συγγραφέας πια, προκειμένου να δώσει διάλεξη για τις καταβολές της γραφής του και με την ευκαιρία να υπολογίσει και την απόσταση από την αποσοβημένη αυτή νεανική τραγωδία, ενός που αποχαιρέτησε την ποίηση για να πέσει στη χυδαιότητα της διήγησης. Μ’ άλλα λόγια ενός, που έχει μετρήσει όλη τη διαδρομή από την «ηλίθια λυρική ηλικία»² έως το αποδραματοποιημένο σύμπαν του πεζού λόγου. Κι έχοντάς την έτσι μετρήσει, ξέρει καλά πως ταυτίζεται ακριβώς με τη διαδρομή προς τη συγγραφική (και όχι μόνο) ωρίμανση. Ξέρει ακόμα πως αυτή η διαδρομή αντανακλά ευθέως στην ιστορική διαδρομή-εξέλιξη του είδους και κυρίως ξέρει πως νούμερο ένα αποσκευή στη διαδρομή αυτή, ήταν από την αρχή η ειρωνεία. Τιμώντας τον νευραλγικό της ρόλο και κάνοντας απολαυστική χρήση μιας τρυφερής εκδοχής της (δεν μ’ αρέσει η άγρια ειρωνεία, αλλά αυτή που κινείται μεταξύ απογοήτευσης και ελπίδας. Σύμφωνοι;), επιχειρεί την αναθεώρηση της λυρικής και απελπισμένης νιότης του και μαζί την εξιστόρηση της πορείας του προς τη γραφή. Εγκατεστημένος προ πολλού στο απομαγευμένο παρόν, σε σημείο όπου τα πάθη και τα λάθη μπορούν να φαίνονται και αστεία και πραγματικά διδακτικά, αφηγείται μια λογοτεχνική μαθητεία, η οποία διαβάζεται παρεμπιπτόντως και σαν πολύτιμες οδηγίες προς ναυτιλομένους.

 

ΔΟΚΤΩΡ ΠΑΣΑΒΕΝΤΟ

ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010

ΜΤΦΡ: ΝΑΝΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

Στο Δόκτωρ Πασαβέντο, όλα αρχίζουν στον τρίτο όροφο ενός πύργου στο Μπορντώ και συγκεκριμένα στο μελετητήριο-βιβλιοθήκη όπου εργάστηκε ο Μισέλ ντε Μονταίνι, και όπου επινόησε το δοκίμιο, αυτό το λογοτεχνικό είδος που με τον καιρό θα εμπλεκόταν στη δημιουργία της σύγχρονης υποκειμενικότητας. Εκεί περιηγούμενος ο συγγραφέας-αφηγητής, αφού δοκιμάσει με την ευκαιρία σκέψεις όπως: το σύγχρονο υποκείμενο δεν προέκυψε από την επαφή του με τον κόσμο, αλλά σε απομονωμένα δωμάτια όπου οι στοχαστές ήταν μόνοι με τις βεβαιότητες και τις αβεβαιότητές τους, μόνοι με τον εαυτό τους, θα δεχτεί από τον συνοδό του την ερώτηση: από πού προέκυψε η μανία σου να εξαφανιστείς;. Ερώτηση αναμενόμενη, μας ενημερώνει ο συγγραφέας-αφηγητής, αφού η επιθυμία του προς εξαφάνιση ήταν κάτι που τα γραπτά του ευαγγελίζονταν καιρό τώρα. Ήδη από την εκκίνηση είναι εμφανής η διάθεση να εμπλακούν στην ίδια αφήγηση τα ζητούμενα της μυθοπλασίας και τα κεντρίσματα της καθημερινότητας, εδώ περισσότερο από κάθε άλλη φορά, σαν βασική μέθοδος προσέγγισης της αλήθειας, πόσω μάλλον που ο συγγραφέας-αφηγητής έχει αναλάβει να δώσει διάλεξη για το θέμα αυτό στη Σεβίλλη. Τη νομιμοποιητική του αρχή θα αναζητήσει στον Τρίστραμ Σάντι του Στερν, το βιβλίο που είχε σχεδόν επινοήσει το μυθιστόρημα-δοκίμιο, αυτό το ιδιόμορφο είδος που με ιδιόμορφο τρόπο… ασχολείται με τις σχέσεις ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Σ’ αυτό που κυρίως θα επιμείνει είναι οι παρεκβάσεις που προκύπτουν μέσα από την ελεύθερη ροή της συνείδησης που χρησιμοποιεί ο Στερν και που κατά τον Βίλα-Μάτας αποτελούν και τη μεγάλη του εφεύρεση: η παρέκκλιση ή παρέκβαση, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι μια τέλεια στρατηγική για να μετατεθεί το συμπέρασμα, ένας πολλαπλασιασμός του χρόνου στο εσωτερικό του έργου, μια αέναη φυγή. Αυτό ακριβώς το δικαίωμα στην παρέκβαση θα τοποθετήσει στο κέντρο της επίμονης αναζήτησης των σχέσεων πραγματικότητας και μυθοπλασίας, ορίζοντας επιπλέον σαν βασικό της ζητούμενο, την επιθυμία προς εξαφάνιση. Για την επιθυμία αυτή έχει ήδη ερωτηθεί, έχει ήδη γράψει και έχει έρθει η ώρα να ολοκληρώσει την αναζήτησή του, συσχετίζοντάς την με την περιπέτεια της νεωτερικής ταυτότητας που έχει ήδη αφηγηθεί στη Νόσο του Μοντάνο. Πυξίδα του στην πορεία προς το άγνωστο, κυρίως ο Ρόμπερτ Βάλζερ και μαζί μ’ αυτόν και άλλοι συγγραφείς της κεντροευρωπαϊκής υπαρξιακής ανησυχίας: και ο Ροτ και ο Κάφκα και ο Μούζιλ και πάντα ένα πλήθος άλλοι, αφού οι ενδοφλέβιες σχέσεις δεν υποτάσσονται πάντα στις γεωγραφικές συντεταγμένες. Από τους ποιητές ο πιο μυστικός για τον Βίλα-Μάτας ο Βάλζερ, αυτός που έχει γράψει αν κάποια στιγμή ένα χέρι, μια ευκαιρία, ένα κύμα, με σήκωνε ψηλά εκεί που βασιλεύει η εξουσία και το κύρος, θα κομμάτιαζα τις συγκυρίες που με οδήγησαν ως εκεί και θα έπεφτα μόνος μου προς τα κάτω, προς τα ευκαταφρόνητα και ασήμαντα σκοτάδια. Μόνο στις κατώτερες περιοχές καταφέρνω να αναπνεύσω. Αυτός που αρνιόταν το πιο ουσιαστικό, το πιο βαθύ: την αγωνία του και ακόμα αυτός στον οποίο πάντα θαύμαζε την αργή αλλά σταθερή του διολίσθηση προς τη σιωπή. Αυτός, να πούμε επίσης, που οι περισσότεροι γνωρίζουμε ελάχιστα, αφού μοναδική διαθέσιμη μετάφραση παραμένει χρόνια τώρα Ο Παραγιός (Ηριδανός 1992). Έτσι αν αυτό μπορούσαμε να το διαβάσουμε αποκλειστικά σαν το βιβλίο που ο Βίλα-Μάτας χρωστά στον Βάλζερ και στην κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνική παρακαταθήκη, θα μπορούσαμε ίσως ν’ αντιπαρέλθουμε σ’ ένα βαθμό την κούραση από τις δίχως τέλος ακροβασίες μεταξύ μυθοπλασίας και υποτιθέμενης πραγματικότητας ενός συγγραφικού «εγώ», που ακολουθώντας τα βήματα του πνευματικού του πατέρα μέχρις εσχάτων πάνω στο χιόνι, καταλήγει να χάνει τα δικά του όλο και πιο συχνά.

Όμως, όντας οι ακροβασίες μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου, που συμπορευόμενο με τα κατεξοχήν αιτήματα του δοκιμιακού είδους, θέλει να δοκιμάσει τη σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας και επιλέγει γι’ αυτό το σκοπό να παρεμβάλλει την ιδέα της εξαφάνισης του υποκειμένου σαν μοναδικό αποτελεσματικό δρόμο προσέγγισης της αλήθειας, αναγκαζόμαστε κάθε τόσο να ανακεφαλαιώνουμε για να θυμόμαστε τι διαβάζουμε. Ευτυχώς, το κάνει κάθε τόσο ο συγγραφέας (λανθάνουσα παραδοχή της αδυναμίας του να τιθασεύσει το υλικό του ίσως), αλλά και πάλι δεν αρκεί. Αφού μέσα από τις συνεχείς παιγνιώδεις αλλαγές ταυτότητας του συγγραφέα-αφηγητή (σε δόκτωρ Πασαβέντο και δόκτωρ Ινγκραβάλο και δόκτωρ Πύντσον και πάει λέγοντας… κι ακολουθώντας πιστά τα θεωρητικά θέσφατα που ορίζουν την ταυτότητα σαν μια σειρά ατέρμονων ταυτίσεων), τα νήματα κάθε τόσο χάνονται , όπως και οι σχέσεις τους με το ευρύτερο σχέδιο. Οι συνεχείς εναλλαγές της ταυτότητας και ο τρελός χορός των παρεκβάσεων, η αντιπαραβολή μιας πραγματικότητας που δεν είναι ακριβώς πραγματικότητα με μια μυθοπλασία που δεν είναι ακριβώς μυθοπλασία, αποτελούν σαφώς το στρατήγημά του στην πορεία του προς την εξαφάνιση, αλλά όντας αδύναμα τις περισσότερες φορές φορτισμένα νοηματικά, όντας φορτικά επαναλαμβανόμενα, η συνοχή και συνέχειά τους δεν προκύπτει αυταπόδεικτη, ούτε φυσική. Πολύ περισσότερο που η πραγματική πραγματικότητα, πραγματικά απουσιάζει. Έτσι κι αλλιώς η ιστορική πραγματικότητα στα βιβλία του Βίλα-Μάτας,  εμφανίζεται κυρίως σαν ένας ορίζοντας που αχνοφαίνεται στο προοπτικό βάθος, σαν ένας απόηχος που οι αδύναμοι κραδασμοί του δονούν ελαφρώς το υποκείμενο. Όμως εδώ, από τη φύση του σχεδίου την ίδια, που μέσα από την αναζήτηση της σχέσης πραγματικότητας και μυθοπλασίας, στην ουσία αναζητά τη σχέση υποκειμένου και πραγματικότητας και άρα ορίζει την τύχη της υποκειμενικότητας σαν βασικό του διακύβευμα, δεν γίνεται να απουσιάζει ο ένας από τους δύο όρους ή σε επιεικέστερη διατύπωση να είναι τόσο αδύναμα στημένος. Δεν γίνεται ακόμα να σταθεί, με τον τρόπο που δίνεται σαν απάντηση, η θυσία του υποκειμένου και η σταδιακή του αποχώρηση από το πεδίο του ζέοντος πραγματικού, ακόμα κι αν απομονώσουμε την εφαρμογή της λύσης στο συγγραφικό υποκείμενο και τη διαβάσουμε αποκλειστικά σαν μυθοπλαστική αντανάκλαση της θεωρητικής διαδρομής προς την κατεύθυνση του θανάτου του συγγραφέα χάριν της δόξας του κειμένου και των αναγνωστικών δικαιωμάτων. Δεν γίνεται ακριβώς ή δε γίνεται τώρα, στις εδώ γεωγραφικές συντεταγμένες και σε συγκυρία που η πραγματικότητα έχει εγκαταλείψει τα προοπτικά της βάθη κι έχει καταλάβει το κέντρο της σκηνής, κάνοντας (ούτε λόγος) επιτακτικό για την υποκειμενικότητα να υποχρεωθεί σε θυσίες. Υπό το πρίσμα του «εδώ» και του «τώρα», όσο είναι πιθανό ο Βάλζερ να δείχνει όντως ένα δρόμο υπαινισσόμενος τη θυσία της αγωνίας της, άλλο τόσο ο Βίλα-Μάτας φαίνεται σα να τον χάνει προχωρώντας στην κατεύθυνση μιας Φυγής χωρίς τέλος.

Ελπίζοντας πάντως, να μην είναι αυτή η τελευταία του κουβέντα.


 

  1. Παρεμβάλλεται το Κάθετο Ταξίδι, Καστανιώτης 2004, το οποίο και παραλείπεται, αφού δεν έχω διαβάσει. Κάκιστα, αλλά ακόμα και με τους συγγραφείς που κολλάει καμιά φορά κανείς, έρχεται η στιγμή που δεν μπορεί άλλο.
  2. Διατύπωση του Κούντερα, πιθανόν από Το Αστείο, αλλά θα μπορούσε και από το Η ζωή έιναι αλλού –δεν το ξαναέψαξα. Βασική έτσι κι αλλιώς ιδέα του Κούντερα, που διατρέχει πολλά βιβλία, αναλύεται εκτεταμένα στα δοκίμιά του, και που στον Πέπλο καταλήγει στην απόφανση: ο μυθιστοριογράφος γεννιέται από τα ερείπια του λυρικού του κόσμου.


 

Advertisements

8 Σχόλια to “ΣΥΝΔΡΟΜΟ: ΒΙΛΑ-ΜΑΤΑΣ ή ΜΙΑ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ”

  1. nautilus said

    To κάθετο ταξίδι προσωπικά το βρήκα απλώς ενδιαφέρον. Ευκαιρία να δοκιμάσω την τύχη μου και σε ένα απ αυτά που προτείνεις.

  2. nautilus said

    Θα ήθελε επίσης να προσθέσω ότι ο Πατάκης είχε βγάλει πριν μερικά χρόνια δυο βιβλιαράκια με πεζά του, που πιθανόν να είναι εξαντλημένα… Κρίμα γιατί έχει γράψει άλλα δυο εξαιρετικά μυθιστορήματα κι ενα σωρό αριστουργηματικά πεζά.

  3. λεμονίδας said

    αν η λογοτεχνία του ενρίκε βιλα-μάτας ήταν το ύστατο και θανατηφόρο ναρκωτικό..

    • nellivou said

      Δεν ξέρω αν εύχεσαι ή καταριέσαι, πάντως ούτε ναρκωτικό ούτε φυγή. Με τα πολλά προτιμώ τη θέση, ότι η ζωή πρέπει να ‘ναι εδώ, κι ότι η λογοτεχνία που πια θέλω είναι αυτή που το σιγοντάρει…κι έτσι με τον τρόπο σου: αν αυτό που ψάχναμε στη λογοτεχνία ήταν η επαναφορά…

  4. Ανδρέας said

    Αυτό που αναφέρατε για τον Πατάκη δεν το γνώριζα , μπορείτε να δώσετε κάποιο λίνκ μπας και τα πετύχω και κανένα παλαιοβιβλιοπωλείο;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: