ΝΑΥΑΓΙΩΝ ΠΛΑΣΜΑΤΑ

Οκτώβριος 6, 2010

 


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ

ΚΕΔΡΟΣ 2009

Κάπου στο ανατολικό Αιγαίο, μια γυναίκα και ένα ημιθανές παιδί πάνω σε μια πόρτα-σχεδία ακυβέρνητη στη θάλασσα κι ενώ οι πρώην συνταξιδιώτες γύρω πνιγμένοι, θ’ αντέξει έτσι όλη τη νύχτα πριν την εντοπίσει το Λιμενικό. Είναι η Ασμάτ «ποιος ξέρει από πού ξεβρασμένη», που για την ώρα διασώζεται. «Πάνω ή πίσω από την πόρτα τους βρήκαμε;» αναρωτιέται ο νεαρός λιμενοφύλακας Ρήγας Βολιώτης, κλείνοντας με την απορία το πρώτο μικρό από τα δεκαπέντε μικρά κεφάλαια. Και με τον τρόπο αυτό, πίσω από την πόρτα η Ασμάτ και από κάτω ο «άπατος βυθός», η εικόνα στέκει από μόνη της μέσα στην κυριολεξία της και μεταφορικά άρα και ποιητικά, άρα και συντριπτικά διασώζοντας με τη σειρά της το δράμα, ένα απ’ τα πολλά και αναρίθμητα αυτής της εκτεταμένης ελληνικής ακτογραμμής, ένα από αυτά που η επανάληψη έχει καταστήσει τετριμμένα και έχει μετατρέψει σε νούμερα και επιχειρήματα στο ενημερωτικό υλικό φακέλων ανθρωπιστικών οργανώσεων. Με τον τρόπο αυτό εξάλλου, μέσα από μια ορισμένη γειτνίαση και εναλλαγή μεταφοράς και κυριολεξίας, και με απόλυτη οικονομία λόγου και εικόνων, η τόσο πεζή σα βγαλμένη από αστυνομικό δελτίο ιστορία, θα φανερώσει τον άπατο και σκοτεινό βυθό της.

Όχι απαραίτητα και τα «γιατί» της και ούτε απαραίτητα τις απαντήσεις της, αφού ο συγγραφέας πάντα πιστεύει ότι η «απάντηση είναι η διαίσθηση», αλλά και γιατί όπως από την αρχή θα θελήσει να διευκρινίσει, την ιστορία την ξέρει από δεύτερο χέρι: «Το έπαθε ο Ρήγας ο Βολιώτης, ο Ιγνάτιος ο Πωστονλέν το αφηγήθηκε, κι εγώ το έγραψα». Απαραίτητο αυτό χάριν καλών λογαριασμών, αφού η διαμεσολαβημένη αυτή σχέση του συγγραφέα με ένα γεγονός που δεν ανήκει στη δική του εμπειρία και εποπτεία, όχι μόνο στήνει παραμορφωτικούς αντικατοπτρισμούς που η αφήγηση θα πρέπει να διαπεράσει, αλλά και του επιβάλλει σαν πρωταρχικό το ερώτημα της δικής του –συνακόλουθα και δικής μας- σχέσης μαζί της. Έτσι η σκιά της διαμεσολάβησης αυτής, θα είναι από την αρχή όχι μόνο ο υποβολέας της αφήγησής του, αλλά και η συνείδηση της ανάγνωσής μας.

Αυτό που έπαθε ο Ρήγας ο Βολιώτης, είναι ότι άφησε την Ασμάτ να εισβάλλει σα «σφήνα» στην εύτακτη ζωή και προοπτική του: ο σχεδιασμένος αρραβώνας  του με την Ουρανίτσα και τα κτήματα του θείου προεξοφλούσαν τη μελλοντική ασφάλεια και ευημερία, και άρα τι ήταν αυτό που έψαχνε με την Ασμάτ «στο καλύβι, το χτισμένο στην άκρη ενός αμπελώνα, όπου κρύβονταν τις πιο απίθανες ώρες της ημέρας και έπεφτε πάνω της σα λυσσασμένος, αυτός ένας εκκολαπτόμενος νοικοκύρης»; Και όταν ένα μήνα αφ’ ότου έχει φύγει από το νησί (και βρίσκεται στον Πειραιά για τις εξετάσεις του και τις υποχρεώσεις των δρομολογημένων προοπτικών του), μαθαίνει από τον Ιγνάτιο τον Πωστονλέν ότι η Ασμάτ βρέθηκε σκοτωμένη, το ερώτημα θα επανακάμψει. Όλος εκείνος ο βυθός που ανοιγόταν κάτω από τα πόδια του και που δε στεκόταν καν να υπολογίσει, κάθε που έτρεχε να βρει την Ασμάτ, χάσκει ξαφνικά ανοιχτός, αδιαμφισβήτητος και απειλητικός, γεννώντας ερωτήματα που ούτε να θέσει θέλει, ούτε να απαντήσει μπορεί. Τι γύρευε να βρει στην Ασμάτ όσο έπεφτε πάνω της πεινασμένος και γιατί αυτή του έγινε απαραίτητη όταν όλα γύρω του ήταν κανονισμένα; Τι φοβόταν και τι προμηνούσε η Ασμάτ και γιατί αυτός δεν τόλμησε ποτέ να ρωτήσει; Τι σημαίνει που είναι νεκρή, και γιατί ο κρυφός δικός του χώρος που αυτή είχε καταλάβει απειλεί τώρα να τον καταπιεί;

Γύρω από το Ρήγα και οι άλλοι στο νησί: ο Ιγνάτιος ο Πωστονλέν, μακρινός συγγενής, καραβοτσακισμένος και πλέον τυφλός. Ένας διορατικός Τειρεσίας, μαζί και αγγελιαφόρος: αυτός φέρνει στον Ρήγα τα νέα (σ’ ένα καφενείο του Πειραιά), αυτός αφηγείται στο συγγραφέα την ιστορία, αυτός θα αποπειραθεί να αντικρίσει το βυθό και ας συναντήσει «μόνο δάκρυα». Ακόμα ο  υπολιμενάρχης badman, αν και όχι κακός ειδικά αν «σκεφτεί κανείς πως στα νιάτα του θέλησε ν’ αλλάξει τον κόσμο και το πλήρωσε» και ακόμα πως είχε παρασταθεί αποτελεσματικά στην Ασμάτ. Και που στο γλέντι της τσικνοπέμπτης (στο καφενείο πίσω στο νησί), ωμός και αδιάκριτος εισβάλλει στη «μυστική ζωή» του Ρήγα, για να τον φέρει αντιμέτωπο με την πολύ πεζή και αδέκαστη κοινή λογική και να εντείνει τον ίλιγγο. Και τέλος ο παπα-Κώστας, που την Κυριακή των Απόκρεω (όχι σε καφενείο, αλλά στο προαύλιο του ναού, όπου είναι όλοι μαζεμένοι), θα προτείνει την ερώτηση, ταγμένος καθώς είναι να ησυχάζει συνειδήσεις: κι αν δεν την σκότωσε κανείς, αν η Ασμάτ απλώς σκοτώθηκε;

Εξάλλου ακόμα κι αν το θέμα ήταν η απάντηση, αυτή δεν θα ήταν ο δολοφόνος. Γιατί το θέμα εξ’ αρχής παρακάμπτει τον όποιο εφησυχασμό της ορισμένης και συγκεκριμένης λύσης. Ο βυθός δεν θα ήταν βυθός αν οριζόταν και ούτε θα παραμόνευε «άπατος» και απειλητικός σε κάθε βήμα. Ο βυθός είναι βυθός –δείχνει ο Νόλλας, κυρίως όταν η κυριολεξία δεν μπορεί να τον αφηγηθεί και να τον υποτάξει. Μένει η αποκάλυψη του βυθού υπό τη μορφή μεταφοράς, σα ρήγμα στην κανονικότητα και προβλεψιμότητα της κυριολεξίας. Μένει η μεταφορά με όλη της την αμφισημία να κλείσει απροσδόκητα την κυριολεκτική φράση για να διασώσει το αίνιγμα και τον ίλιγγο. Και ακόμα περισσότερο να αποδώσει τη διάχυση της ενοχής και του φόβου και να υποβάλλει την αναγκαστική έξωση από τους εφησυχαστικούς όρους της κυριολεξίας, όχι μόνο για τον Ρήγα, ούτε μόνο για τους άλλους στο νησί, αλλά και για το συγγραφέα (που αγωνιά για την ιστορία που δεν είναι δική του), αλλά και για τον αναγνώστη (που αντιλαμβάνεται έτσι γιατί η ιστορία είναι και δική του). Και εδώ είναι το θέμα, αφού με τον  τρόπο αυτό αναδύεται το «εμείς» απέναντι στο «άλλο», το ξένο και τη διαφορά που κουβαλάει. Ο βυθός χάσκει όχι μόνο κάτω από τα πόδια του Ρήγα, αλλά και των υπολοίπων της μικρής κοινότητας, που παρουσιάζονται λιγότερο σαν πρόσωπα και περισσότερο σαν «πλάσματα» και δη ναυαγίων, αθώοι και αμαρτωλοί εξ’ ορισμού, συνηθισμένοι όμως να υπάρχουν ήσυχοι και αδιατάρακτοι μέσα στην κυριολεξία τους. Αλλά κανείς δεν είναι ούτε εντελώς ένοχος, ούτε πια εντελώς αθώος και ο χώρος που ανοίγει η παρουσία του ξένου αποσταθεροποιεί μια και καλή τα δεδομένα εξαναγκάζοντας σε βυθομετρήσεις επώδυνες και επισφαλείς, πιάνοντας την ερώτηση από την αρχή.

Εν προκειμένω: τι ήταν η Ασμάτ;

Η Ασμάτ που πάλεψε με τα κύματα για να σώσει ένα παιδί, που έζησε ανάμεσά τους «υπάκουη και υποταγμένη» και παρ’ όλο που «φορτωμένη τόση δυστυχία»  όπως λέει ο παπα-Κώστας, πάντα «ικανή να σκέφτεται τους άλλους, τους πιο δυστυχισμένους».

Τι πόθους και τι φόβους πυροδότησε έτσι ώστε τώρα, όπως πάλι θα πει ο παπα-Κώστας, έχουν όλοι βαλθεί «να ψάξουν στα βρακιά ο ένας του άλλου» για να βρουν τον ένοχο; Και γιατί ο Ρήγας όταν τολμά να την σκεφτεί η εικόνα γεμίζει θερμά και εκτυφλωτικά χρώματα και επιβάλλεται είτε σα ρήγμα είτε σαν όνειρο;

Τι απ’ όλα; Άγγελος, αμνός, ή φωτιά, η Ασμάτ;

«Προάγγελος», θα πει ο συγγραφέας, «και μίλησε πριν της ώρας της όπως η ποίηση».

Αλλά το έχει ήδη καταδείξει: ρωγμή στην ήσυχη συνείδηση και «σφήνα» στην τάξη της κυριολεξίας, από την αρχή η Ασμάτ, μια μεταφορά.

Τρεις μικρές σκηνές συνεύρεσης είναι ο βασικός χρονικός κορμός της αφήγησης , όχι περισσότερο από μια εβδομάδα: στο καφενείο στον Πειραιά όπου ο Ρήγας μαθαίνει για το θάνατο της Ασμάτ, στο καφενείο στο νησί την τσικνοπέπμτη και τέλος στον περίβολο του ναού την Κυριακή της αποκριάς. Μόνο που στο μεταξύ στη χρονική ακολουθία παρεμβάλλονται άλματα στο παρελθόν (η αρχική σκηνή με την Ασμάτ στα κύματα είναι ένα τέτοιο άλμα, και στον ίδιο χρόνο θα επιστρέψει στο 5ο κεφάλαιο  η αφήγηση, αφού από ‘κει αρχίζουν όλα), αλλά και άλματα στο μέλλον (η αγωνία του συγγραφέα πάνω από τις «λευκές του κόλλες», εμπεριέχεται στον «τρόπο», άρα και στον χρόνο της αφήγησης), με αποτέλεσμα την απόδοση ενός ολοένα και πιο διευρυμένου χρονικού ορίζοντα. Εξάλλου το άνοιγμα, μέσα από ένα μικρό και απλό στις συντεταγμένες του σχήμα, όχι μόνο στο βάθος του χρόνου, αλλά και στο «άπατο» του βυθού, είναι ο βασικός όρος της ποιητικής συμπύκνωσης του Νόλλα. Η λιτή και περιεκτική διατύπωση, η ζυγιασμένη και μοιρασμένη στην εναλλαγή κυριολεξίας και μεταφοράς, κατοχυρώνουν τη συνεχή διεύρυνση του σχήματος και τη διαστολή των ορίων του. Η εναλλαγή αυτή κυριολεξίας και μεταφοράς σαν καταστατική συνθήκη εδώ (αφού η εκκίνηση, που είναι ο «άλλος» απέναντι που είναι η Ασμάτ, τίθεται και ορίζεται μόνο με μεταφορικούς όρους, ενώ το επικαιρικό του θέματος μπορεί να δοθεί μόνο όσο πιο κυριολεκτικά γίνεται), δοκιμάζει την ισορροπία της, κάποιες στιγμές οριακά: στο προτελευταίο κεφάλαιο η αφήγηση αποκτά αίφνης τόνο δοκιμιακό, πολύ συγκεκριμένο και καθαρά χρονογραφικό. Οριακά την ισορροπία διατηρούν δυο παρενθετικές επισημάνσεις: «Κύματα (τώρα μεταφορικά) απόκληρων» και αλλού «από την πίεση των προσφυγικών κυμάτων (κυριολεκτικά και μεταφορικά τώρα)», που μπορούν και να διαβαστούν και σα νεύματα του συγγραφέα προς την κατεύθυνση της καταστατικής του συνθήκης. Εξάλλου το στοίχημα ήταν από την αρχή η εισαγωγή του ποιητικού ρίγους στην κυριολεξία της επικαιρότητας.


Advertisements

Ένα Σχόλιο to “ΝΑΥΑΓΙΩΝ ΠΛΑΣΜΑΤΑ”

  1. Πολύ ωραίο άρθρο για ένα εξαιρετικό βιβλίο!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: