ΖΑΪΔΑ Ή Η ΚΑΜΗΛΑ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ

Ιουλίου 22, 2010



ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1997


Έτος 1799: καθώς ο αιώνας των Φώτων και της Γαλλικής Επανάστασης εκπνέει, οι ευρωπαϊκές μοναρχίες έχουν ήδη καταλάβει ότι η γαλλική «εκτροπή» είναι κολλητική. Ο Βοναπάρτης στο όνομα της Επανάστασης έχει ήδη ολοκληρώσει την Ιταλική Εκστρατεία, θέτοντας υπό τον έλεγχό του την Β. Ιταλία, ενώ τώρα βρίσκεται στην Αίγυπτο. Η Ευρώπη σε αναβρασμό, όχι μόνο στο κατώφλι του μέλλοντός της, αλλά και των συνόρων της: τα παλαιά καθεστώτα τρίζουν καθώς οι επαναστατικές ιδέες ριζώνουν στις συνειδήσεις, ενώ η Εκστρατεία στην Αίγυπτο θα ανακινήσει έναν άλλοτε φαντασιακό, άλλοτε πραγματικό, πάντως γόνιμο διάλογο, αυτόν της Δύσης με την Ανατολή

Έτος 1799 λοιπόν, και ο Χρυσόστομος Μαζαρίνι μαζί με δύο φίλους του Ιταλούς τυχοδιώκτες, συνοδεύοντας επικίνδυνο και εύφλεκτο φορτίο, εγκαταλείπουν την ανταριασμένη Κεντρική Ευρώπη, από την Τεργέστη με προορισμό την Πάργα, και την πώληση του φορτίου στους εκεί Γάλλους άρχοντες. Στη διάρκεια του ταξιδιού και μέχρι να πλησιάσουν τη γη της Ανατολής, έχουμε ήδη τις πρώτες πληροφορίες για τον μυστηριώδη Μαζαρίνι, που αν και με ιταλικό όνομα, δηλώνει αυστριακός: μέσα από τις επιστολές που απευθύνει στην αδελφή της γυναίκας του Σοφί, αλλά και μέσα από τις διηγήσεις του στους ιταλούς φίλους, αρχίζει να συνθέτει ένα παρελθόν αναπάντεχο και ξεχωριστό. Στη ζωή που εγκατέλειψε σκηνοθετώντας πριν οχτώ χρόνια το θάνατό του, υπήρξε ο θεϊκός ο ανεπανάληπτος ο μοναδικός,… ο μεγαλύτερος μουσικός της εποχής μας, σύμφωνα με τις μαρτυρίες όσων είχαν ακούσει στη βιεννέζικη αυλή τις εκτελέσεις του. Αυτός, που όντας τόσο προκλητικά ξεχωριστός έμεινε απροστάτευτος από τα προνόμια και την προστασία των ισχυρών. Αυτός, που επειδή πίστευε πως η μουσική πρέπει να μιλά για την αμαρτία, για τις παρεκτροπές της καλής συμπεριφοράς, για τη δραπέτευσή μας από τον κόσμο, για το πάθος, αφέθηκε και απόλαυσε την ελαφρότητα, την περιπετειώδη και ηδονική παρέκκλιση από την κοινωνική ευπρέπεια, αφήνοντας έτσι πίσω του οφειλές που σαν εφιάλτες τον κυνηγούν και ο αυστριακός μουσικός με το ψευδώνυμο Μαζαρίνι, έχει πολλά ακόμα να αφηγηθεί. Όταν φτάνουν στην Πάργα, η πόλη έχει πέσει στα χέρια των Ρώσων και των Τούρκων, οπότε και συνεχίζουν  για την Κέρκυρα, όπου οι Γάλλοι αντιστέκονται για πολύ λίγο ακόμη στην ρωσοτουρκική πολιορκία. Είναι εκεί που ο Μαζαρίνι και οι δύο ιταλοί θα γνωριστούν με δύο από τους επιφανέστερους πολίτες της, τον κόμη Ιωάννη Καποδίστρια και τον φίλο του ποιητή, κόμη Ανδρέα Ροϊλό. Ο Μαζαρίνι και ο Ροϊλός θ’ αναγνωρίσουν ο ένας στον άλλο έναν ισότιμο και αναγκαίο συνομιλητή: ο ένας (προερχόμενος από μια ευημερούσα αυλή και μιλώντας τη γλώσσα της μουσικής), έχοντας κυρίως να μαρτυρήσει για τα χαρούμενα καθήκοντα μιας τέχνης που ξεπηδούσε μέσα του σα γάργαρη πηγή, ο άλλος (κάτοικος χώρας υπόδουλης και φιμωμένης), έχοντας να κοπιάσει για τα ιδρυτικά καθήκοντα της δικής του, που δε μπορούσε να ‘χει σαν έγνοια τίποτα άλλο «πάρεξ ελευθερία και γλώσσα». Καθένας τους έχει κι από κάτι διαφορετικό να διδαχτεί από τη συνομιλία και την περιπέτεια που θ’ ακολουθήσει: ο μεν μουσικός θα ΄χει την ευκαιρία να εξερευνήσει τους λόγους αυτής της πρωτάκουστης και ενδιαφέρουσας τάσης προς τις ελάσσονες που δίνουν σ’ αυτή τη μουσική έναν χαρακτήρα τραγικό χωρίς να είναι μεγαλόστομη και θρηνητικό χωρίς να είναι δακρύβρεχτη, ο δε ιταλοτραφής ποιητής έχει να αφουγκραστεί προσεκτικά και να συντονίσει το δικό του «όργανο» με το λαό, τη ψυχή και τη γλώσσα του, προκειμένου να του επιστρέψει ποίηση ζωντανή και ανθεκτική. Η ευκαιρία εξάλλου να μετρήσουν την αντοχή της τέχνης απέναντι στο τραγικό και την αναπότρεπτη συντριβή, μετά την αναγκαστική τους φυγή από την Κέρκυρα και την απροσδόκητη και περιπετειώδη διαδρομή τους, απέναντι στην  Ήπειρο πάνω στα βουνά του Σουλίου και τα λημέρια των σουλιωτών, και τελικά μέχρι και την αυλή του Αλή πασά στα Γιάννινα, είναι εξασφαλισμένο ότι θα τους δοθεί.

Αφού για τις δημιουργικές αυθαιρεσίες και το δικαίωμα στις αυτοσχεδιαστικές κινήσεις, με μοναδικό όρο να γίνονται στο όνομα του καλού γούστου, ο συγγραφέας έχει ήδη προειδοποιήσει από το εισαγωγικό του κεφάλαιο: η ανακάλυψη των επιστολών του Μαζαρίνι, η αδιανόητη υποψία για την πραγματική του ταυτότητα και κυρίως για την ευτυχή και καίρια συνάντηση που υπαινίσσονται, είναι η εναρκτήρια κίνηση ενός παιχνιδιού που στήνοντας ελεύθερα τα πούλια του, ορίζει και τους δικούς του κανόνες. Αυτούς τους έτσι κι αλλιώς ελαστικούς που διασφαλίζει η μεταμοντέρνα συνθήκη, όχι όμως και ανύπαρκτους: το καλό γούστο σα ρυθμιστής της διεξαγωγής του παιχνιδιού οπωσδήποτε, αλλά και η στερνή γνώση σαν αφετηρία και υπόθεση εργασίας. Είναι το βλέμμα και η φαντασία του παρόντος εδώ, που βάζει τις ερωτήσεις και «μαγειρεύει» τους όρους του παρελθόντος διακινδυνεύοντας γευστικές αλχημείες, σκοπεύοντας όχι μόνο να το ξαναδιαβάσει «φρεσκάροντας» τα διδάγματά του, αλλά και να επαναδιαπραγματευτεί τους δεσμούς του μαζί του.

Το σχέδιο του Πανσέληνου επιχειρεί ακόμα, και μία αλλαγή θέσης, κατά συνέπεια και θέασης, αφού  χρησιμοποιώντας (στο κατά το ήμισυ επιστολικό αυτό μυθιστόρημα) τον Μαζαρίνι ως βασικό σχολιαστή των γεγονότων, ενδύεται το βλέμμα του Άλλου που κοιτάει από «έξω», αποκωδικοποιώντας το «εδώ» με τις δικές του προσλαμβάνουσες. Γωνία από την οποία δεν απομακρύνεται και η αφήγησή του, παντού εκμεταλλευόμενη τους τρόπους του γαλλικού ρομαντικού μυθιστορήματος, μαζί και το περιπετειώδες του περιεχόμενο, μαζί και την πρωτοκαθεδρία της φύσης και των φυσικών περιγραφών.

Μέσα στο σχέδιο αυτό και πάντα υπό τον όρο του καλού γούστου, της αληθοφανούς αναπαράστασης της εποχής και της ανάδειξης της ιστορικής συγκυρίας, ο Πανσέληνος εμβολιάζει και κατευθύνει τους «αυθαίρετους» όρους του, παίζοντας με τα στοιχεία των βιογραφιών και  προκαλώντας έτσι τη φαντασία του αναγνώστη, που αρχίζει να εντοπίζει τα σημάδια και να αναγνωρίζει τα πρόσωπα: έτσι πίσω από το πορτρέτο του κοντούλη, με την ατίθαση χαίτη και το προφίλ καμήλας Μαζαρίνι, αρχίζει να διαγράφεται το πρόσωπο του Μότσαρτ, που μπορεί να φαντάζει εξωπραγματικός στα βουνά του Σουλίου, οπωσδήποτε τόσο όσο και η καμήλα στα χιόνια –παράδοξη και τολμηρή εικόνα οριενταλιστικής φαντασίας του 19ου αιώνα και μαζί συμπύκνωση αυτής της αναπάντεχης συνάντησης. Ωστόσο ο Μότσαρτ αυτός, με τις δονζουανικές καταβολές και με το δεδομένο της συναίσθησης της δεύτερης ευκαιρίας (δεδομένο που ο Πανσέληνος χτίζει επίμονα μέσα από τις εξιστορήσεις του Μαζαρίνι και τις επιστολές), προσφέρει ένα ιδανικό και συντεταγμένο βλέμμα απέναντι στη συνθήκη ενός τόπου όπου η τραγωδία είναι η ιστορία του και καμία τέχνη δεν μπορεί να το παραγνωρίσει αυτό, όσο και αν έχουν προηγηθεί και ο Μπωμαρσαί και ο Μολιέρος. Και κάτω από αυτή την προοπτική, η ημιτελής και ανοιχτή στις ερμηνείες Ζαίδα του, όχι μόνο θα βρει την ολοκλήρωσή της με το λιμπρέτο του Ροϊλού, αλλά και θα δοθεί, (ή αναλωθεί) προς χρήση, προκάλυμμα για την πολύ πραγματική και επανορθωτική «απαγωγή από το σεράι», αφού σκηνή του δράματος εδώ, έχει πια γίνει η ζωή. Με τον Ανδρέα Ροϊλό, ο Πανσέληνος δραματοποιεί τον επίπονο και μοναχικό μόχθο του Σολωμού για τη γλώσσα που μιλιέται μακριά από τους λογιoτατισμούς του καιρού του, χαρίζοντάς του και το ταξίδι στην ηπειρωτική Ελλάδα, που ο ίδιος ποτέ δεν πραγματοποίησε. Αυθαιρετώντας στα στοιχεία της βιογραφίας του, παραπέμπει παρ’ όλ’ αυτά ευθέως στο πρόσωπο, αλλά και στις εμπειρίες που καθόρισαν την ηθική στάση και το έργο του: και η συνομιλία με τον Μαζαρίνι, σα συνομιλία της ποίησης με τη μουσική, μπορεί να διαβαστεί σα νύξη της πολύχρονης και δημιουργικής συνομιλίας του με τον Μάντζαρο, και πίσω από το επεισόδιο με την Ελισάβετ, προβάλει η ιστορία της Φαρμακωμένης, ενώ οι συναντήσεις του Ροϊλού με τον παιδιόθεν φίλο και νυν πειρατή Τσάρα και με τον αρματολό Γκέκα, κατέχουν κεντρικό συμβολικό ρόλο, όχι μόνο στην ιδεολογική και ηθική ωρίμανση του ποιητή, αλλά και στην προβληματική που έχει αναπτύξει ο Πανσέληνος. Από τις πιο συγκινησιακά φορτισμένες του βιβλίου, αυτές οι σκηνές, απηχούν την αγωνιώδη αναζήτηση των αρχών της επαναστατικής πράξης, όχι μόνο του Σολωμού, αλλά και του ελληνικού διαφωτισμού εν γένει, όπου για τον Ροϊλό η απάντηση εμφανίζεται ξεκάθαρη και βρίσκετ’ εδώ, στη Στεριά…και λέγεται καπετάν Γκέκας…και λέγεται καπετάν Τσάρας…ούτε Ροϊλός ούτε Καποδίστριας ούτε Θεοτόκης ούτε Μπενάκης…

Κάπως έτσι μέσα από την αυθαιρεσία αυτή, η ερωτευμένη με την μορφή τέχνη συντάσσει τα επιχειρήματά της απέναντι στην ιστορική αναγκαιότητα και την επαναστατική ρήξη, ανασυντάσσοντας ταυτόχρονα και τα συστατικά μιας εγχώριας παράδοσης μέσα στη μήτρα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: